Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Βασίλης Καρράς: Ανθη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ξημέρωμα Κυριακής. Την ώρα μπορεί κανείς να τη συμπεράνει από τη στάθμη της ανθοπλημμύρας στην πίστα· και, βεβαίως, από τα γράδα της ευθυμίας στα τραπέζια. Χωρίς ήχο, το βίντεο φαίνεται σαν μια νύχτα ρουτίνας στου Βασίλη Καρρά. Μόνο με τον ήχο –βαριεστημένη πενιά, οξύ κλαρίνο, εμβατηριακό τύμπανο– μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την ιδιαιτερότητα της στιγμής. Η ορχήστρα παίζει το «Μακεδονία ξακουστή».
Ο Καρράς δεν τραγουδάει. Εμψυχώνει το κοινό του. Ή μάλλον –αφού κανένας στη σάλα δεν είχε ανάγκη εμψύχωσης– ακολουθεί αρκουδιστί το κοινό στην έκστασή του. Οταν το κομμάτι τελειώνει, ο βάρδος πλησιάζει το μικρόφωνο και προφέρει βαρέως, με τη «βηχάτη» φωνή του, δυο-τρία φωνήεντα: «Μακεδονία είναι εδώ». Παύση. «Μόνο». Αποθέωση.

Θα μπορούσε να δει κανείς τα εβδομήντα τέσσερα δευτερόλεπτα του βίντεο σαν αποκάλυψη της κυριολεξίας που ελλοχεύει στο κλισέ περί «συλλογικής μέθης». Και όμως. Περισσότερο και από το συλλαλητήριο που ακολούθησε λίγες ώρες αργότερα, το μεταμεσονύκτιο σκυλαλητήριο δείχνει το «θαύμα» που έχει συντελεστεί: Δείχνει πώς ένα λησμονημένο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να διαποτίσει τις ζωές των ανθρώπων τόσο ώστε να παρεισφρέει ακόμη και στο γλέντι τους. Ωστε να μεταμορφώνει το τσιφτετέλι σε εμβατήριο και τον Βασίλη Καρρά σε Ανθιμο της νύχτας.

Τι άλλο εκτός από αυτήν τη μαγεία –την επαναμάγευση ενός ονόματος– έχει συμβεί τις τελευταίες ημέρες; Τίποτε δεν είχε αλλάξει στις πραγματικές παραμέτρους του εθνικού θέματος. Τίποτε εκτός από το γεγονός ότι το θέμα αφέθηκε πάλι να προσβληθεί από ψυχική ελεφαντίαση – αφέθηκε, προτού καν ανοίξει η διαπραγμάτευση, να πάρει περιωπή υπαρξιακής απειλής.

Μια παρεμφερή ψυχολογική εξήγηση δίνουν και παράγοντες της αντιπολίτευσης που υιοθέτησαν πολιτικά το συλλαλητήριο. Το ηθικό της κοινωνίας, λένε, έχει τραυματιστεί πολύ τα τελευταία χρόνια.

Οι αντιδράσεις που βλέπουμε είναι το ξέσπασμα του εθνικού εγωισμού – ένας θυμικός σεισμός, απέναντι στον οποίο καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να εναντιωθεί.

Η άποψη αυτή μοιάζει να θεωρεί την πλειοψηφία ανεπίδεκτη πειθούς. Μοιάζει να υποκύπτει μοιρολατρικά στη βεβαιότητα ότι οι πολλοί «δεν πρόκειται να σε ακούσουν, ό,τι κι αν τους πεις». Η πίστη τους δεν είναι ανοιχτή σε διαφορετικές εκδοχές του εθνικού συμφέροντος.

Ετσι η πολιτική παραιτείται προκαταβολικά από την προσπάθεια να ορίσει εκείνη το εθνικό συμφέρον. «Για να είμαστε ειλικρινείς», έλεγε απολογητικά χθες ένας βουλευτής, «ο κόσμος δεν ήθελε να δει πολιτικούς στο συλλαλητήριο». Κρυπτόμενη, η πολιτική παραιτείται από την αποστολή να δίνει περιεχόμενο στον πατριωτισμό. Αφήνει έτσι το φρόνημα στις πίστες. Το πλήθος στους «ακτιβιστές». Και τον πατριωτισμό στους στρατηγούς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ