Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Εκανε, εντέλει, τον χρόνο σύμμαχό του (Κ)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Την περασμένη Τετάρτη συμπληρώθηκαν έξι χρόνια από τον θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου και το σχολείο του, το ιστορικό 2ο Γενικό Λύκειο Αθηνών (πρώην Βίλα Αμαλία), που φέρει και το όνομά του, τίμησε τη μνήμη του με μια εκδήλωση. Τελετάρχης ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Λαμπρίδης, επί 22 χρόνια συνεργάτης του Θ. Αγγελόπουλου και απόφοιτος του ίδιου σχολείου.

Μαθήτρια του λυκείου διάβασε ένα ποίημα που ακούγεται στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984) και επανέρχεται στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» (1991) ως το τελευταίο μήνυμα του εξαφανισμένου πολιτικού (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι) προς τη γυναίκα του (Ζαν Μορό). Στην ταινία, είναι μια φωνή καταγεγραμμένη στην κασέτα ενός τηλεφωνητή: «Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία/ Αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας/ Είμαι επισκέπτης/ Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει/ πραγματικά/ Και έπειτα δεν μου ανήκει/ Oλο και κάποιος βρίσκεται να πει/ Δικό μου είναι/ Εγώ δεν έχω τίποτα δικό μου/ Είχα πει κάποτε με υπεροψία/ Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτα / είναι τίποτα/ Oτι δεν έχω καν όνομα/ Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο/ Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω/ Ξεχάστε με στη θάλασσα/ Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

Με απασχόλησε η σκηνή, όπως μου τη μετέφεραν. Δεν ήμουν παρούσα. Πώς αισθάνθηκε άραγε αυτό το, περίπου, 16χρονο κορίτσι εκφέροντας τον λόγο ενός «ποιητή της εικόνας» (τετριμμένο αλλά πραγματικό στην περίπτωση του Θ. Αγγελόπουλου); Πώς –και αν– παρακολουθεί τις ταινίες του;

Επικοινωνεί με το σύμπαν του σκηνοθέτη, απαιτητικού και σύνθετου, που όση εγγύτητα καλλιεργεί άλλη τόση απόσταση επιθυμεί (με τα δύο ρήματα να αλλάζουν και θέση); Που δεν του αρκούσαν ποτέ το ορατό, η μορφή και ο χώρος· προσπαθούσε να τα διαπεράσει μετακινώντας διαρκώς τα όρια – και τα σύνορα;

Πώς αυτό το κορίτσι, μέλος μιας γενιάς που μεγαλώνει στην ψηφιακή παντοκρατορία, μπορεί να προσεγγίσει τον λυτρωτικό χαρακτήρα μιας τέχνης ελλειπτικής στη ροή της, με αφηγηματικούς κώδικες που επενδύουν, επί της ουσίας, πιο πολύ στις σιωπές, στις μουσικές, στους ήχους, παρά στον λόγο;

Στα μακρόσυρτα δρώμενα παρά στα λεγόμενα; Μπορεί να περιγράψει «πως το τίποτα/ είναι τίποτα»;

Και αφού σταθώ κι εγώ για μια στιγμή αμήχανη απέναντι στα ερωτήματα που θέτω, απαντώ πως, ναι, μπορεί. Γιατί ο εξόριστος εαυτός του Θ. Αγγελόπουλου φέρει και κάτι από τη μελαγχολία της εφηβείας.

Δεν χρειάζεται η νεαρή μαθήτρια να αποστηθίσει ιστορίες για «άξονες», «μνήμη» και «μύθο». Δεν χρειάζεται να γνωρίζει ότι «το ταξίδι στην Ιστορία περνάει μέσα από το ταξίδι στον μύθο». Ούτε για την «αλληλουχία των πλάνων - σεκάνς» και πού μας οδηγούν, ούτε για το «παλίμψηστο της Ιστορίας» στις ταινίες του.

Οι πρωταγωνιστές του, στο πέρασμα του χρόνου, μοιάζουν όλο και πιο χαμένοι. Επιστρέφουν αλλά είναι ανέστιοι. Βιώνουν την απώλεια των αξιών, του οράματος, του συλλογικού ονείρου, του έρωτα. Κι αυτό ο έφηβος μπορεί να το αισθανθεί και –γιατί όχι;– να το κατανοήσει. Ισως τον συνεπάρει, ίσως κουραστεί, ίσως συγκινηθεί, ίσως ενοχληθεί. Ολες οι πιθανότητες είναι ανοικτές. Από το να αγκαλιάσει το έργο του σκηνοθέτη μέχρι να αδιαφορήσει. Το σημαντικό είναι ότι ένα δημόσιο σχολείο ανοίγει τη βεντάλια των πιθανοτήτων. Οχι ως θέσφατο αλλά ως πρόταση. Τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι.

Η υπόμνηση είναι το σημαντικό. Η πληροφορία θα βρει τον αποδέκτη της, γιατί η «γεμάτη» εικόνα έχει δύναμη μυστική και χωνεμένη. Δεν έχει ανάγκη τις χιλιάδες αναρτήσεις, δεν χρειάζεται να γίνει viral. Αναπαράγεται με διαδρομές υπόγειες και υπόκωφες. Σε μια εποχή που περισσεύουν τα φλύαρα, ανούσια και βλαβερά, ο Θ. Αγγελόπουλος μας καλεί να κάνουμε χώρο στη σιωπή. Σε μια μεστή σιωπή. Βοηθάει και στη νηφάλια αποτίμηση σε καιρούς ακροτήτων, ανισορροπίας, αστάθειας, απομάγευσης.

Αυτός ο «επίμονος και ζόρικος» δημιουργός (επίθετα που τον ακολουθούσαν), που σκηνοθετούσε μέσα σε μια παραφορά «ηρωικής απελπισίας», που δεν αποτέλεσε ποτέ μέρος ενός επιβεβλημένου λάιφ στάιλ, που υπήρξε άβολος και απαιτητικός, έκανε, εντέλει, τον χρόνο σύμμαχό του. Η παρουσία ενός 16χρονου κοριτσιού που με τα λόγια ενός άλλου μάς εύχεται «υγεία και ευτυχία» είναι σαν ένα νεύμα. Ενας απλός χαιρετισμός, ίσως και καλωσόρισμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ