ΒΙΒΛΙΟ

Οταν «ξεμένεις» από πατρίδα

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Στους δρόμους
Ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες
εκδ. Ροδακιό, σελ. 299

​​​​Ετσι, λοιπόν, μια ωραία μέρα χάνεις ξαφνικά την ξεγνοιασιά σου, χωρίς καν να υποψιάζεσαι πως από εδώ και μπρος αρχίζει για σένα μια νέα ζωή». Ετσι λοιπόν, η εικοσιτριάχρονη Δεσμίνα ανεβαίνει σ’ ένα πλοίο για το άγνωστο, ακολουθώντας έναν έρωτα, εγκαταλείποντας τον γενέθλιο τόπο και τον ζόφο που τον σκιάζει. Κι έτσι δύο νέοι, αυτοεξόριστοι, βρίσκονται καθισμένοι στο παγκάκι μιας πλακόστρωτης πλατείας, πιασμένοι από το χέρι, «παγωμένοι μέσα τους, κι ας φυσάει ζεστός ο αυγουστιάτικος αέρας».

«Στους δρόμους» τιτλοφορεί το βιβλίο της η Ισμήνη Καρυωτάκη, και δεν υπάρχει προσφορότερος τίτλος γι’ αυτό το βιβλίο της εξορίας και της μοναξιάς, εσωτερικής και εξωτερικής, που παρακολουθεί δύο νεαρούς εραστές –εκείνη, η Δεσμίνα, απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής, εκείνος, ο Σείριος, καταδικασμένος με εξοντωτική ποινή στην πρώτη δίκη των μελών του Ρήγα Φεραίου, τον Νοέμβριο του 1968– να διαφεύγουν από την στρατοκρατούμενη Ελλάδα, να ψάχνουν την άκρη μέσα από συνδέσμους και φευγαλέες γνωριμίες, να καταλήγουν σ’ ένα διαμέρισμα σε μια γειτονιά του Παρισιού, εξουθενωμένοι, έχοντας «ξεχάσει από την κούραση τους εαυτούς τους», να παλινδρομούν και να αμφιβάλλουν, να νοσταλγούν και να ατενίζουν έκθαμβοι την ομορφιά του ξένου τόπου που δεν τους περιέχει (αλλά και τι τους περιέχει πια;), πάντοτε εκκρεμείς, πάντοτε μετέωροι, αναπόδραστα ακρωτηριασμένοι, αφού κάθε εξόριστος δεν έχει στερηθεί μονάχα τον οικείο τόπο, τους ανθρώπους, τη γλώσσα του, αλλά κινδυνεύει να χάσει και την ιστορική διάσταση που τρέφει και ορίζει την αίσθηση του εαυτού.

Στον ξένο τόπο, τα πάντα παροξύνονται, έγραψε κάποτε ο στοχαστής της φθαρμένης ζωής: «Ολες οι εμφάσεις είναι λαθεμένες, όλες οι οπτικές παραμορφωμένες». Η δημόσια σφαίρα απαιτεί απόλυτη συμμόρφωση («έναν σιωπηρό όρκο πίστης στις αρχές»), ενώ «το ιδιωτικό τονίζεται υπερβολικά, γίνεται βρικόλακας και προσπαθεί να περιλάβει τα πάντα, γιατί δοκιμάζει πεισμωμένα ν’ αποδείξει ότι υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια». Οι νεαροί ήρωες του βιβλίου της Ισμήνης Καρυωτάκη, καθηλωμένοι στη «σαρωτική σαγήνη της παρανομίας», χωρίς πατρίδα, με μια «διαρκώς ανανεούμενη αίσθηση προσωρινότητας», «μονοιάζουν με την αποθυμιά» μέσα στο θολό τοπίο της εμιγκράτσιας, και απωθούν το ιδιωτικό, που τόσο επίμονα τους διεκδικεί ως επιθυμία, υπέρ του συλλογικού, προσδίδοντας μεταφυσικές σχεδόν διαστάσεις στον «αγώνα», βιώνοντας απανωτά τις απώλειες και τις ματαιώσεις. Φιλίες, δύσκολοι έρωτες, προσωπικά αδιέξοδα και αδιέξοδα της Αριστεράς, ελπίδα και απόγνωση, όνειρα σε δύο γλώσσες, αγρυπνία της στράτευσης, ταξίδια χωρίς εισιτήρια, δωμάτια με τα στοιχειώδη, μπιστρό και καφέ, μανιταρόσουπες και pain au chocolat, θυελλώδεις ιδεολογικές συζητήσεις, σχέδια κι άλλα σχέδια, υποσχέσεις που δεν καταλήγουν πουθενά, εσωτερικοί σφαδασμοί, σκηνές από βιβλία, ο Ξένος του Καμύ, οι στίχοι του Πρεβέρ, ο σχοινοβάτης έξω από το παράθυρο της αφηγήτριας στην Roi de Sicile, που «εμφανίζεται κάθε τόσο θριαμβικά», θαρρείς και εικονοποιεί «βουβά και αψεγάδιαστα, το κοινωνιολογικό σύμπτωμα της διαρκούς μετάβασης». Και βέβαια η αδιάκοπη αγωνία του μετεωρισμού ανάμεσα στο πριν και στο μετά, στο ωσεί παρόν της εξορίας, σε χρόνο «σταματημένο και εκμηδενισμένο».

Κανείς δεν έχει γράψει για τη δικτατορία, την πολιτική στράτευση, την αντίσταση και το βαρύ της τίμημα, τη φυγή, την αυτοεξορία, με τόση ζωντάνια, τόση τρυφερότητα, τόσο βάθος και τόσο χιούμορ όσο η Ισμήνη Καρυωτάκη. Η βιωμένη μνήμη μπλέκεται ιδανικά με τη μυθοπλασία, ο στοχασμός με την ονειροπόληση, το πολιτικό σχόλιο με την υπαρξιακή αναζήτηση, χωρίς εξιδανικεύσεις, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, με μια σοφή απόσταση από τα βιωθέντα που, ωστόσο, ποτέ δεν ψυχραίνει την αφήγηση. Ενα υπέροχο βιβλίο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ