ΘΕΑΤΡΟ

Το βλέμμα της ελίτ στη λαϊκότητα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Υποβλητικός ο Αντώνης Γκρίτσης ως Νίκος Εγγονόπουλος με στολή πιερότου, στην παράσταση, όπου ο ποιητής «συνομιλεί» με τη Γλυκερία Μπασδέκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το στίγμα είναι εδώ και καιρό σαφές: μια βαθιά, αυθεντική λαϊκότητα χαρακτήρων, μουσικής, σκηνικών. Η ομάδα bijoux de kant και ο ευφυής σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης παροικούν επίμονα την Ιερουσαλήμ της μικροαστικής ψυχοσύνθεσης – πάντοτε, βέβαια, από την πλευρά του διανοουμένου, της μεταμοντέρνας πρωτοπορίας ίσως. Πόση τέτοια αυθεντικότητα κρύβεται, όμως, σε μια θεατρική μυσταγωγία που υποδύεται τα βαθιά ένστικτα σώματος και νου μέσω ενός κατεστημένου ποιητή;

Το «Μπολιβάρ» που είδαμε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (έως 25/2) είναι μια σκηνοθετική σύνθεση, η οποία βάζει σε ένα καζάνι που κοχλάζει τον Βενεζουελάνο ήρωα ενός «ελληνικού ποιήματος», όπως το ονομάζει ο Νίκος Εγγονόπουλος, με τον Λευτέρη, που έφτασε στο αμήν, όπως επέλεξε η ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας Γλυκερία Μπασδέκη. Ο εξελληνισμένος ήρωας του Αμαζονίου συναντά τον κατ’ ανάγκην ήρωα της ελληνικής επαρχίας – κατ’ ανάγκην, εξαιτίας της διαχρονικής εμμονής μας για αναζήτηση ηρώων και προτύπων που θα μας απελευθερώσουν, Κύριος οίδε από τι. Ο επαναστάτης της Λατινικής Αμερικής επισκέπτεται τη Λάρισα, την Υδρα, τη Ρούμελη, ενώ μεταμορφώνεται, αργά και σταθερά, σε εξαντλημένο και μπουκωμένο από τις ελπίδες των άλλων για λευτεριά Λευτέρη.

Ο Αντώνης Γκρίτσης, με στολή και εμφάνιση πιερότου, με τα λόγια αλλά και τη φωνή του Νίκου Εγγονόπουλου, γεμίζει τη σκηνή με ένα πονεμένο «εσύ». Εξιστορεί, σε αυτό το υποβλητικό δεύτερο αφηγηματικό πρόσωπο, τα κατορθώματα του Σίμωνος Μπολιβάρ –είναι, άλλωστε, ο λογοτεχνικός δημιουργός του–, του ήρωα που αφιέρωσε την ψυχή του και θυσίασε το σώμα του στην ελευθερία της συλλογικής ψυχής, του λαού δηλαδή, που αποζητεί λύτρωση από τον πόνο της καταπίεσης των παθών. Ο Αντώνης Γκρίτσης είναι μάλλον καλύτερος από τη σκηνοθεσία που του ανατέθηκε και από τα σκηνικά και τα κοστούμια που του ορίστηκαν (Κωνσταντίνος Σκουρλέτης). Η φωνή του, οι κινήσεις και η έκφραση, την οποία διατηρεί αναλλοίωτη, σε υποβάλλει, σε καθηλώνει στη χαμένη αθωότητα του πάθους για ζωή περιτριγυρισμένη από σώματα απελεύθερα και... απελευθερωμένα.

Στο «Μπολιβάρ», όμως, υπάρχει ένα σώμα που συνοψίζει όλα τα υπόλοιπα. Ο Γιάννης Κουκουράκης, στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, συνοδεύει τον Αντώνη Γκρίτση με ωδίνες και οδύνη –ένας Ελληνας ήρωας γεννιέται για να πεθάνει– με κινησιολογία που ενώνει τη ζωή με τον θάνατο, το πρώτο φως με το αιώνιο σκότος, τον Νίκο Εγγονόπουλο με τη Γλυκερία Μπασδέκη. Οταν έρχεται η σειρά του, υποδυόμενος τον Λευτέρη με την κρητική προφορά –σύμβολο και στερεότυπο της «λεβεντιάς»–, «ωραίος σαν Ελληνας», ο Γιάννης Κουκουράκης μεταμορφώνεται σε ομιλούσα ομορφιά (ελληνική άραγε;), την οποία βλέπεις παρά ακούς – ή επιλέγεις να μην ακούσεις.

Στη σκηνή, οι πολύχρωμες λάμπες στο ταβάνι, επαναλαμβανόμενο μοτίβο της bijoux de kant, τα μεταφερόμενα λαϊκά αντικείμενα και τα κεριά συνδράμουν τη Χαρούλα Τσαλπαρά, τη μουσικό που κάθεται στο βάθος της μικρής σκηνής και συνομιλεί, με ακορντεόν και φωνή, με τις δραματικές ώρες των δύο ηθοποιών. Το «Μπολιβάρ» είναι μία λαϊκή παράσταση με το βλέμμα της ελίτ και αξίζει να δει κανείς τον Αντώνη Γκρίτση να ψηλώνει πολύ – πάνω ακόμη και από αυτόν τον ντελικανή «Λευτέρη στο αμήν».

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ