ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η τέταρτη αξιολόγηση γκρεμίζει το αφήγημα της αναδιανομής

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κυβέρνηση επιδίωκε μέχρι τώρα να εμφανιστεί ως «προστάτιδα» των χαμηλών εισοδημάτων. Φορτώνοντας πρόσθετα βάρη πότε στους έχοντες ακίνητη περιουσία άνω των 200.000 ευρώ και πότε στους έχοντες εισόδημα άνω των 20.000-30.000 ευρώ τον χρόνο. Χρηματοδοτούσε την «ταξική πολιτική» ενίσχυσης (ή τουλάχιστον μη επιβάρυνσης) των μισθωτών με τις χαμηλότερες αποδοχές, των ελεύθερων επαγγελματιών με τα κέρδη της τάξεως των 6.000-7.000 ευρώ και μεγάλης μερίδας των αγροτών, οι οποίοι βρέθηκαν να ισοσκελίζουν μεγάλο μέρος της αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών με τον μηδενισμό της φορολογικής επιβάρυνσης. Αυτή η «ταξική πολιτική» που εφαρμόστηκε πιστά επί μία τριετία, για προφανείς πολιτικούς λόγους, κινδυνεύει να ανατραπεί τώρα μέσα σε λίγους μήνες.

Η 4η αξιολόγηση εμπεριέχει όλα τα μέτρα που πλήττουν κυρίως χαμηλόμισθους, χαμηλοσυνταξιούχους και μικροϊδιοκτήτες:

• Η μείωση του αφορολογήτου επηρεάζει αναλογικά περισσότερο τους χαμηλόμισθους συγκριτικά με τους υψηλόμισθους.

• Η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς μπορεί να στερήσει τουλάχιστον δύο συντάξεις ακόμη και σε συνταξιούχους των 700 ευρώ τον μήνα.

• Η επικείμενη αλλαγή των αντικειμενικών αξιών, αν εφαρμοστεί με αμιγώς «τεχνοκρατικά» κριτήρια, θα πρέπει να φέρει περισσότερους φόρους στους ιδιοκτήτες «λαϊκών κατοικιών». Ακόμη και αν το θέμα «καμουφλαριστεί» τους επόμενους μήνες μέσα από την ανακοίνωση «προσωρινών» αντικειμενικών αξιών, η κυβέρνηση αναμένεται να βρει ξανά το θέμα μπροστά της μέσα στο 2019.

Για να προστατεύσει την πολιτική της, η κυβέρνηση θα επιδιώξει στο πλαίσιο της 4ης αξιολόγησης να αποτρέψει την πρόωρη μείωση του αφορολογήτου από 1η/1/2019 και να προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο τις νέες τιμές ζώνης των ακινήτων αλλά και τους συντελεστές υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ ώστε τα πρόσθετα βάρη να φορτωθούν και πάλι (όπως ανέφερε η «Κ» την προηγούμενη Κυριακή) στους 500.000 ιδιοκτήτες που πληρώνουν τον συμπληρωματικό φόρο ακινήτων. Η έκβαση των συζητήσεων επί των θεμάτων αυτών μπορεί να κρίνει ακόμη και την ημερομηνία των εκλογών.

Το αφορολόγητο

Στη λίστα με τα 88 προαπαιτούμενα της 4ης αξιολόγησης, κυριαρχεί το θέμα της ημερομηνίας μείωσης του αφορολογήτου από τα 1.900-2.100 ευρώ που είναι σήμερα (ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων), στα 1.250 έως 1.450 ευρώ. Ο νόμος, όπως έχει ψηφιστεί από τη Βουλή, προβλέπει η μείωση να γίνει από 1η/1/2020. Ωστόσο, όπως αναφέρεται ρητά στο αναθεωρημένο μνημόνιο, η μείωση μπορεί να γίνει και έναν χρόνο νωρίτερα (δηλαδή από 1η/1/2019) αν το ΔΝΤ και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κρίνουν ύστερα από τις διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ χωρίς τη συνδυασμένη μείωση των συντάξεων και του αφορολογήτου από την επόμενη Πρωτοχρονιά.

Η μείωση του αφορολογήτου επιφέρει οριζόντια αύξηση του φόρου εισοδήματος κατά 650 ευρώ, η οποία θα αποτυπωθεί ως μείωση του καθαρού μισθού ή της καθαρής σύνταξης. Ως «οριζόντιο» το μέτρο πλήττει αναλογικά περισσότερο τους χαμηλόμισθους συγκριτικά με τους υψηλόμισθους. Ετσι:

1. Ο μισθωτός των 9.000 ευρώ τον χρόνο θα χάσει 650 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,22% του ετήσιου εισοδήματός του. Θα χάσει δηλαδή έναν ολόκληρο μισθό, καθώς ζει με 642 ευρώ τον μήνα.

2. Ο μισθωτός των 30.000 ευρώ τον χρόνο θα χάσει και αυτός 650 ευρώ, αλλά το ποσό αυτό ισούται με το 2,17% του ετήσιου εισοδήματός του που δεν αντιστοιχεί ούτε σε ένα 15νθήμερο.

3. Ο μισθωτός των 60.000 ευρώ θα επιβαρυνθεί με 650 ευρώ ή με το μόλις 1,08% του εισοδήματος, ενώ για ακόμη υψηλότερα εισοδήματα η ποσοστιαία απώλεια πέφτει έως και το 0,3% για να μηδενιστεί για τα λιγοστά στελέχη επιχειρήσεων που δηλώνουν ετήσιες αποδοχές άνω των 200.000 ευρώ ετησίως.

Εφιάλτης η κατάργηση προσωπικής διαφοράς με περικοπή αφορολογήτου

Τα μεγάλα θύματα της τέταρτης αξιολόγησης αναμένεται να είναι οι συνταξιούχοι ακόμη και αυτοί που εισπράττουν σήμερα σύνταξη της τάξεως των 700-800 ευρώ τον μήνα. Η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε μείωση εισοδήματος της τάξεως του 18%. Αν, όμως, η κατάργηση συνδυαστεί και με την περικοπή του αφορολογήτου, τότε ο Δεκέμβριος του 2018, όταν θα καταβληθεί για πρώτη φορά η «προσαρμοσμένη» σύνταξη του Ιανουαρίου 2019, θα είναι εφιαλτικός. Συνταξιούχος του Δημοσίου με κύρια σύνταξη 1.225 ευρώ, παίρνει αυτή τη στιγμή καθαρά 1.114 ευρώ αν αφαιρεθεί ο φόρος. Τα μεικτά του θα μειωθούν τον Δεκέμβριο του 2018 κατά 220 ευρώ και η ονομαστική σύνταξη θα πέσει στα 1.005 ευρώ, ενώ η καθαρή σύνταξη δεν θα είναι υψηλότερη των 888 ευρώ λόγω του νέου αφορολογήτου. Ετσι, ο συνταξιούχος θα χάσει πάνω από 2.670 ευρώ συνολικά ή περίπου 2,5 καθαρές συντάξεις. Ανάλογη θα είναι η... τύχη και συνταξιούχου του παλαιού ΤΕΒΕ που σήμερα παίρνει 926 ευρώ καθαρά. Ο συνδυασμός κατάργησης προσωπικής διαφοράς και μείωσης αφορολογήτου θα ρίξει το καθαρό ποσό στα 735 ευρώ, οπότε και πάλι θα μείνουν 9,5 από τις 12 συντάξεις.

Με αύξηση αντικειμενικών κινδυνεύουν οι φτωχές περιοχές

Η μνημονιακή απαίτηση ορίζει ότι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων θα πρέπει να εξισωθούν με τις εμπορικές. Αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα γίνει μέχρι το τέλος Μαρτίου, καθώς τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα –οι εκτιμητές θα έχουν μόλις 20 ημέρες στη διάθεσή τους για να καταθέσουν τις προτάσεις τους– δεν επιτρέπουν να γίνει η απαιτούμενη προετοιμασία.

Το υπουργείο Οικονομικών έκανε προ ημερών την κλήρωση για την επιλογή των εκτιμητών, έχουν όμως προκύψει κενά και μέσα στα επόμενα 24ωρα η διαδικασία θα ανοίξει εκ νέου για να επιλεγούν και άλλοι εκτιμητές. Πέραν της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν συγκεντρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός των ειδικών για να κάνουν τέσσερις διαφορετικές εκτιμήσεις για την κάθε ζώνη και τώρα τρέχουν την τελευταία στιγμή να υποδεχθούν και πάλι ηλεκτρονικές αιτήσεις από τους εκτιμητές.

Σε κάθε περίπτωση, οι νέες αξίες ανεξάρτητα από το αν θα έχουν σχέση με τις εμπορικές ή όχι, θα πρέπει να είναι έτοιμες μέχρι το τέλος Μαρτίου. Και τότε η κυβέρνηση θα κληθεί να αντιμετωπίσει ακόμη ένα θέμα.

Κοινή εκτίμηση είναι ότι υπάρχουν «φθηνές» περιοχές στις οποίες η τιμή ζώνης δεν αντιπροσωπεύει καν το κατασκευαστικό κόστος και ακριβές τιμές ζώνης οι οποίες δεν έχουν πλέον καμία σχέση με την πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση θα παρουσιάσει στο τέλος του πρώτου τριμήνου νέες τιμές ζώνης που θα επιβαρύνουν τους ιδιοκτήτες ακινήτων στις «φτωχότερες» περιοχές της χώρας. Αν σε μια περιοχή, η τιμή ζώνης είναι σήμερα 450 ευρώ και αυξηθεί στα 550 ευρώ, αυτομάτως ο ΕΝΦΙΑ θα αυξηθεί κατά 40% ή από τα 2 ευρώ στα 2,8 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Από την άλλη, αν σε μια περιοχή με τιμή ζώνης 3.200 ευρώ υπάρξει μείωση της τάξεως του 10% στα 2.900 ευρώ, ο φόρος θα μειωθεί κατά 17% από τα 9,2 ευρώ στα 7,6 ευρώ ανά τετραγωνικό. Για να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, το υπουργείο Οικονομικών αναμένεται να αυξήσει τους συντελεστές υπολογισμού του συμπληρωματικού φόρου, ακολουθώντας το παράδειγμα του 2016. Θα βρεθεί όμως αντιμέτωπο με μία ακόμη «πρόκληση» που αναγράφεται στο μνημόνιο: τη «διεύρυνση της φορολογικής βάσης», κάτι που μπορεί να συμβεί αν συμπεριληφθούν στον συμπληρωματικό φόρο ακινήτων και τα αγροτεμάχια τα οποία έχουν μέχρι τώρα απαλλαγεί.

Αρμόδια κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ενταχθούν και τα αγροτεμάχια στον συμπληρωματικό φόρο. Τη δε μνημονιακή απαίτηση για τη «διεύρυνση της φορολογικής βάσης» θα επιδιώξουν να την επιτύχουν με την ένταξη ακόμη περισσότερων περιοχών στο σύστημα αντικειμενικών αξιών. Είναι βέβαια ένα ερώτημα το αν θα υπάρξει χρόνος για κάτι τέτοιο, καθώς η ένταξη προϋποθέτει ότι θα έχουν προηγηθεί μελέτες και νέοι χάρτες.

Βέβαιο είναι ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει με κάθε τρόπο να βγάλει από πάνω της την υποχρέωση για την αλλαγή των αντικειμενικών αξιών μέσα στον Μάρτιο και στη συνέχεια να κάνει νέο γύρο αλλαγών από το 2019, με στόχο αυτή τη φορά οι αντικειμενικές να πλησιάσουν πλέον οριστικά στις πραγματικές αξίες. Δεν αποκλείεται να νομοθετηθεί και η αναπροσαρμογή των αξιών σε ετήσια βάση, κάτι που θα επηρεάζει κάθε φορά και τους συντελεστές υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ