Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης (1883-1944)
Εικόνισμα και συναίσθημα

​​Ποιος ξυπνάει τον Κυριάκο Μητσοτάκη – τον βετεράνο των Βαλκανικών Πολέμων; Ποιος ξυπνάει, εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, τον πολεμιστή της Σιάτιστας και του Μπιζανίου· τον δικηγόρο, διευθυντή του «Κήρυκος» Χανίων και ανιψιό του Βενιζέλου, «δι’ όπερ και πανταχού (στα εμπόλεμα χωριά) εγένετο αντικείμενον θαυμασμού και ιδιαιτέρων περιποιήσεων, όπισθεν δε αυτού εσχηματίζετο διαδήλωσις»;

Τον ξύπνησε την περασμένη Τετάρτη ο εγγονός του στη συνεδρίαση της πολιτικής επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας. Σχεδόν σε κάθε περιοδεία του βορείως των Τεμπών, ο Κυριάκος ο Β΄ ανέφερε την ιστορία του παππού του. Η αναζωπύρωση του Μακεδονικού τού έδωσε την ευκαιρία να την αφηγηθεί και στο εθνικό ακροατήριο. Την ευκαιρία;

Ναι. Η Πειραιώς είδε την παγίδα που της έστησε η κυβέρνηση ως ευκαιρία για να ηλεκτρίσει την παραδοσιακή της βάση. Αλλά όχι μόνο. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης, μιλώντας ξανά και ξανά σε πρώτο πρόσωπο, επιχείρησε να «αγαπηθεί» με το κόμμα του. Δεν είναι σχήμα λόγου. Οι πιο οξυδερκείς από τους νεομητσοτακικούς είχαν εξαρχής επίγνωση ότι, ακόμη κι όταν έχαιρε εκτίμησης, ο πρόεδρος της Ν.Δ. δεν είχε «ψυχική επαφή» με μεγάλο μέρος των συντηρητικών ψηφοφόρων. Μια επαγγελία για μείωση των φόρων, ακόμη κι αν είναι πειστική, δεν αγαπιέται. Δεν συγκινεί.

Ο πρώτος, ταυτοτικός, ενικός του Μητσοτάκη δεν είναι (μόνο) προϊόν δημοσκοπικής προμελέτης. Εχοντας υπερεκατονταετή οικογενειακή παράδοση στις –ένοπλες και άοπλες– εκστρατείες, ο πρόεδρος της Ν.Δ. διαθέτει και αρχαϊκά πολιτικά εργαλεία. Αυτά επιστράτευσε πριν από δύο εβδομάδες στην Πέλλα και στην Πιερία. Εκεί, λένε, ένιωσε ότι «αυτό (το Μακεδονικό) δεν περνάει». Και αποφάσισε να χτυπήσει τις αστείρευτες φλέβες: τη γη, την ψυχή, τα εικονίσματα των προγόνων. Εκεί, επί τόπου, είδε την ευκαιρία να επανασυστηθεί στη Δεξιά ως δεξιός.

Κυριάκος Μητσοτάκης
Εδωνά και πουθενά

Δ​​​​εν θα διχάσω τους Ελληνες για να ενώσω τους Σκοπιανούς». Με λίγη αυθαιρεσία, μπορεί κανείς να μεταφράσει τη μητσοτακική φράση ως εξής: «Δεν θα διχάσω τη Δεξιά για να ενώσω τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ». Από τη σκοπιά της Ν.Δ., η ενότητα της Κεντροδεξιάς δεν είναι μόνο κομματική υπόθεση. Την υπαγορεύει, λένε, το εθνικό συμφέρον. Αυτό που υπαινίσσονται είναι ότι χωρίς το μεγάλο κόμμα που αφομοιώνει και συγκρατεί τα αντισυστημικά άκρα, η πολιτική ζωή θα κινδύνευε με βαλκανοποίηση.

Οι εικόνες της περασμένης Κυριακής από τη Θεσσαλονίκη επιβεβαίωσαν ότι το ρήγμα που διαπερνά τις δυτικές κοινωνίες είναι και στην Ελλάδα ακόμη ενεργό. Πρόκειται για το ρήγμα που χωρίζει –για να το πούμε με ακόμη μία αυθαίρετη μετάφραση– τους «εδωνάδες» από τους «πουθενάδες». Οι πρώτοι είναι ριζωμένοι εδωνά – στις κοινότητές τους, στην εθνική τους ταυτότητα, στις παραδοσιακές τους αξίες. Οι δεύτεροι είναι ανοιχτοί στο πουθενά της παγκοσμιοποίησης – αστοί, φιλελεύθεροι, πολίτες της μεταεθνικής Ευρώπης. Οι κατηγοριοποιήσεις αυτού του κοινωνιολογικού φολκλόρ είναι βέβαια σχηματικές – πολλοί φιλελεύθεροι έχουν εθνικές αγωνίες και πολλοί συντηρητικοί αισθάνονται την Ευρώπη ως στοιχείο της ταυτότητάς τους. Η πολιτική, ωστόσο, δεν γίνεται με τις αποχρώσεις. Γίνεται με τις γενικεύσεις.

Γενικεύοντας, θα έλεγε κανείς ότι ο Μητσοτάκης έχει δεδομένους τους –αριθμητικά όχι σημαντικούς– πουθενάδες. Χρειάζεται όμως πρωτίστως να διεκδικήσει το πλήθος των εδωνάδων. Χρειάζεται να εκφράσει και τις ανασφάλειες των πολλών.

Η προσπάθεια αυτή βασίζεται και στην ανομολόγητη εκτίμηση ότι το θέμα που τώρα προκαλεί εξάψη σύντομα θα ξεπεραστεί. Οι πλατείες δεν θα προκαλέσουν αυτή τη φορά μόνιμες πολιτικές μεταλλάξεις. Είναι μια πρόβλεψη με ρίσκο. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για κινήσεις που δεν ελέγχει. Κανείς δεν μπορεί να μαντεύει καλύτερα από το πλήθος πώς θα συμπεριφερθεί το πλήθος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ