ΕΛΛΑΔΑ

Τα συλλαλητήρια με τα μάτια δύο πρωτοστατών του 1992

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ

«Το πρόσφατο συλλαλητήριο προσέφερε στο εθνικό θέμα. Ανεξαρτήτως του τι λένε, ο πρωθυπουργός εξοπλίστηκε για τις συναντήσεις του στο Νταβός», εκτιμά ο Σωτήρης Καπετανόπουλος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον Ιανουάριο του 1992, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη ξεκινούσε μια σειρά από κινητοποιήσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, εναντίον της χρήσης του ονόματος Μακεδονία από το νεόκοπο κράτος που είχε προκύψει με την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Ο πατριωτισμός ξεχείλιζε και το περίφημο πρώτο συλλαλητήριο, στις 14 Φεβρουαρίου του 1992, θα λειτουργήσει ως «πυροκροτητής» μιας άνευ προηγουμένου εθνικής «έκρηξης», η οποία θα επηρεάσει αποφασιστικά, κατ’ άλλους αρνητικά και για ορισμένους θετικά, την πολιτική της χώρας στο θέμα. Σήμερα, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε και πάλι στα «εθνικά χαρακώματα», μ’ ένα μεγάλο και έως έναν βαθμό αμφιλεγόμενο ως προς τους στόχους, τη μαζικότητα αλλά και τους ομιλητές του, συλλαλητήριο.

Δύο επιφανείς προσωπικότητες της πόλης, που πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις του 1992, ο Σωτήρης Καπετανόπουλος, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, οργανωτής εκ της θέσεώς του του συλλαλητηρίου και ο Στέλιος Νέστωρ, στέλεχος του Συνασπισμού τότε και μέλος, όπως και ο πρώτος, της Παμμακεδονικής Επιτροπής, που διαχειριζόταν τις εκδηλώσεις σε όλα τα επίπεδα, μιλούν στην «Κ» για το «τότε» και το «τώρα».

Οι διαφορές

«Υπάρχει μία διαφορά μεταξύ των δύο συλλαλητηρίων», λέει ο κ. Καπετανόπουλος. «Εκείνο του 1992 απευθυνόταν και έστελνε μήνυμα στη διεθνή κοινότητα. Ποιο ήταν αυτό; Μην λέτε ότι τόσα χρόνια εμείς οι Ελληνες κοιμόμαστε. Το συλλαλητήριο τώρα απευθυνόταν εντός, είχε ως παραλήπτες, έχω την εντύπωση, την πολιτική ηγεσία, τα κόμματα. Αυτό είναι η μία βασική διαφορά.

Η άλλη είναι ότι εκείνο το συλλαλητήριο δεν εξετράπη, δεν κατευθύνθηκε καθόλου σε ζητήματα που είχαν να κάνουν με την πολιτική πραγματικότητα και επικαιρότητα της Ελλάδας. Αντίθετα, προχθές υπήρξαν αιχμές από κάποιους ομιλητές που έπρεπε να αποφευχθούν. Εκτιμώ, σε κάθε περίπτωση, ότι ήταν ένα εξαιρετικό σε μέγεθος συλλαλητήριο που προσέφερε στο εθνικό μας θέμα. Ανεξαρτήτως του τι λένε, ο πρωθυπουργός εξοπλίστηκε για τις συναντήσεις του στο Νταβός, πήγε με βέλη στη φαρέτρα του».

Ο κ. Καπετανόπουλος, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου επί δημαρχίας Ντίνου Κοσμόπουλου, επωμίσθηκε το φορτίο της οργάνωσης της τεράστιας εκείνης συγκέντρωσης στην πλατεία Αριστοτέλους, την οποία εισηγήθηκαν προσωπικότητες όλου του πολιτικού, επιχειρηματικού και πνευματικού φάσματος της Θεσσαλονίκης.
Ηταν, μάλιστα, ένας εκ των τριών ομιλητών, μαζί με τον δήμαρχο αλλά και τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα. «Η Εκκλησία ερχόταν ορισμένες φορές με τον εκπρόσωπό της στη Μακεδονική Επιτροπή. Οταν αποφασίστηκε το συλλαλητήριο ο μητροπολίτης μάς είπε ότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μην έχει εθνικό λόγο, και θέλει να είναι ομιλητής. Ο Νίκος Μέρτζος ανέλαβε τη διαμεσολάβηση, ήλεγξε την ομιλία του μητροπολίτη και αποφασίστηκε να υπάρξει παρουσία του ράσου στην εξέδρα και στους ομιλητές».

Ο κ. Καπετανόπουλος, σε αντίθεση με άλλους εκ των πρωταγωνιστών του ’92, κατέβηκε στο τωρινό συλλαλητήριο για να διαδηλώσει, όπως λέει, την αντίθεσή του «σε αυτό που ακούγεται, ότι δηλαδή η κυβέρνηση πάει να συμφωνήσει» με τον όρο «Μακεδονία».

Οι κίνδυνοι

Ο Στέλιος Νέστωρ δεν πήγε στο τωρινό συλλαλητήριο αλλά, όπως λέει, «το έζησα από το μπαλκόνι του σπιτιού μου». Συγκρίνοντάς το με εκείνο του 1992, σχολιάζει: «Υπάρχει τεράστια διαφορά, δεν επιδέχονται σύγκριση. Τότε τα πράγματα ήταν στην αρχή, υπό διαμόρφωση, δεν υπήρχε ενημέρωση. Μπορούσαμε να έχουμε τις ευαισθησίες και να λέμε “δεν θέλουμε εκείνο, δεν θέλουμε το άλλο”. Τώρα πια, τόσα χρόνια μετά, έπρεπε να έχουμε καταλάβει ότι όλος ο κόσμος, 140 χώρες επισήμως και οι υπόλοιπες ανεπισήμως έχουν αναγνωρίσει αυτό το κράτος. Δεν μπορούμε να βγαίνουμε και να λέμε ότι το όνομα Μακεδονία είναι αποκλειστικό δικαίωμά μας, κυρίως αυτό. Το επιχείρημα ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική είναι εντελώς ανεδαφικό και έγκλημα ως προς την ελληνική εξωτερική πολιτική».

Συνεχίζοντας, τονίζει ότι «σ’ αυτά τα συλλαλητήρια λειτουργεί το συναίσθημα και εξωτερική πολιτική με συναίσθημα δεν γίνεται. Δεν μπορούν», λέει, «να υπαγορεύουν εξωτερική πολιτική άνθρωποι που δεν σκέφτονται. Εδώ παίζονται τεράστια ζητήματα. Καβαλούν κάποιοι τα άλογα και έρχονται να μας πουν πώς θα γίνει εξωτερική πολιτική; Και κάποιοι άλλοι που επιδιώκουν να γίνουν κομματάρχες και “σωτήρες” της Ελλάδας ανεβαίνουν στις εξέδρες και βγάζουν ανερμάτιστους λόγους χωρίς να κοιτάνε τι γίνεται γύρω τους;».

Ο κ. Νέστωρ ασκεί κριτική στην Εκκλησία για την εμπλοκή της στις κινητοποιήσεις: «Η εμπλοκή της Εκκλησίας είναι μεγάλο πρόβλημα. Βεβαίως και έχουν οι ιεράρχες το δικαίωμα να λένε την άποψή τους ως Ελληνες, αλλά το να θέλουν να διαμορφώσουν εξωτερική πολιτική είναι απαράδεκτο».

Με δριμύτητα επιτίθεται εναντίον του απόστρατου στρατηγού κ. Φράγκου για τα όσα είπε από το βήμα του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης. «Αυτά που έλεγε ήταν φοβερά, για έναν άνθρωπο που υποτίθεται ότι διοικούσε τον στρατό. Δεν βρίσκω κακό να μιλήσει ένας απόστρατος, αλλά ένας αρχηγός στρατού δεν μπορεί να μην γνωρίζει ή να μην λαμβάνει υπ’ όψιν τις γεωπολιτικές παραμέτρους του εθνικού θέματος και τα διεθνή συμφέροντα. Αυτοί ήρθαν εδώ για να ανάψουν φωτιές, όχι να ενημερώσουν τον κόσμο που συνέρρευσε στη συγκέντρωση. Πυροδότησαν το συναίσθημα για να μην γίνει τελικά συμφωνία».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ