ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Σκέψεις στα βόρεια σύνορα

ΙΩΑΝΝΗΣ Π.Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για να πάει κάποιος μπροστά, χρειάζεται ανταγωνισμό, μέτρο σύγκρισης. Αυτό ισχύει για ανθρώπους, για σύνολα και για κράτη. Ακόμα κι αυτοί που βρίσκονται στην πρωτοπορία χάνουν τον βηματισμό τους, αν δεν έχουν κάποιο σοβαρό μέτρο αναφοράς κι αντίθεσης. Να ευχαριστούμε τους φίλους μας, αλλά να ευχαριστούμε ακόμα περισσότερο τους αντιπάλους μας. Ειδικά όταν μας βάζουν σε κόπο να γίνουμε καλύτεροι για να τους αντιμετωπίσουμε. Ο Gibbon συνοψίζει γιατί η βυζαντινή αυτοκρατορία, ενώ βρέθηκε κάποια στιγμή να είναι μοναδική κοιτίδα διάσωσης πολιτισμού στον πρώιμο Μεσαίωνα, τελικά υστέρησε. Οπως λέει ο κυνικός, οξυδερκής ιστορικός: «Μόνη της στην οικουμένη, η αυτοϊκανοποιούμενη υπερηφάνεια των Ελλήνων δεν διαταράχτηκε από τη σύγκριση με τις αρετές αλλοεθνών – δεν είναι περίεργο λοιπόν αν τελικά λιποθύμησαν στον αγώνα δρόμου, καθώς δεν είχαν ούτε ανταγωνιστές να τους προτρέψουν σε ταχύτητα ούτε κριτές να στέψουν τη νίκη τους».

Η φράση αυτή στριφογύριζε συχνά στο μυαλό μου όσο καιρό ήμουν καθηγητής πανεπιστημίου στην Ελλάδα. Εζησα και εργάστηκα περίπου 12 χρόνια σχετικά κοντά στα σύνορα. Το σπίτι μου είναι ακόμα εκεί αφημένο. Η απόσταση μέχρι την Αλβανία περίπου όσο η απόσταση τώρα από το Stanford μέχρι το UCSF ή το Berkeley. Μέχρι τη FYROM, περίπου όσο η απόσταση μέχρι το University of California Davis. Επί χρόνια μελέτησα προσεκτικά αυτές τις αποστάσεις στα βόρεια σύνορα. Ο τόπος προικισμένος, οι λίγοι άνθρωποι που συναντούσες πανέμορφες ψυχές. Ομως αυτό που ήταν προεξάρχον ήταν η ερημιά. Το 10% των σημαντικότερων επιστημόνων (και όχι μόνο) του πλανήτη βρίσκεται σε απόσταση που καλύπτεις με τα πόδια στο Stanford ή σε μια-δυο ώρες με αυτοκίνητο. Αντίθετα, η Βόρεια Ελλάδα σε αντίστοιχη απόσταση συγκέντρωνε, υπολογίζω, το 10% (μπορεί και 11%) της ερημιάς. Τοξικές ποσότητες. Φτάνοντας στα σύνορα, η απάνθρωπη ερημιά γινόταν κάθετη σιωπή στη Μουργκάνα και σουβλερή γαλήνη στις Πρέσπες. Ο τόπος πάντα χαρισματικός, ομορφότερος από την Καλιφόρνια, παράδεισος επί γης. Αλλά ταυτόχρονα αφημένος, πλήρωμα της εγκατάλειψης, ανοιχτό φέρετρο ξενιτιάς. Πίσω από τη μεθόριο, φυσικά δεν υπήρχαν UCSF, Berkeley και Davis. Υπήρχαν (και υπάρχουν) χώρες όπου η ερημιά έσπαγε ρεκόρ. Εκτός συναγωνισμού. Η μακάβρια ερημιά του ξεγραμμένου είναι διεθνής σταθερά, παντού ίδια, κάτι σαν το g της βαρύτητας. Ο ξεγραμμένος άνθρωπος και ο ξεγραμμένος λαός δεν γνωρίζουν σύνορα.

Με ποιους θέλουμε να αντιπαραταχθούμε, να συγκριθούμε; Μιλάω με δεδομένα από τον επιστημονικό χώρο, γιατί αυτά ξέρω καλύτερα, αλλά ανάλογα ισχύουν στα άλλα αντικείμενα της ανθρώπινης προσπάθειας. Τα τελευταία 4 έτη δεν προέκυψε ούτε μία επιστημονική δημοσίευση με διεύθυνση αλληλογραφίας από τη FYROM ή την Αλβανία, στην οποία να έχουν γίνει πάνω από 70 επιστημονικές αναφορές στη βάση Scopus. Συγκριτικά, προέκυψαν 30 τέτοιες δημοσιεύσεις στο ίδιο χρονικό διάστημα με διεύθυνση αλληλογραφίας από την Ελλάδα. Η διαφορά φαίνεται μεγάλη, αλλά αποκρύπτει ότι η ελληνική επιστήμη και η Παιδεία (και, άρα συνεπέστατα, η Ελλάδα εν συνόλω) φθίνουν. Η Ελλάδα φαίνεται ακόμα ισχυρή απέναντι στο θλιβερό κενό σύνολο των βόρειων γειτόνων, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο η συγκριτική υποχώρηση είναι ταχεία. Πέρυσι, μας πέρασε η Aίγυπτος, φέτος μας προσπέρασε η Ινδονησία σε ετήσιο αριθμό διεθνών δημοσιεύσεων. Η Ρουμανία βρίσκεται πλέον δίπλα. Τι αξία, τι προτεραιότητα έχουν η Παιδεία και η επιστήμη σήμερα; Δεκάδες υπουργοί και υφυπουργοί τις έχουν ποδοπατήσει περήφανοι σαν να χόρευαν πυρρίχιο. Ο μόνος που τελικά παραιτήθηκε ήταν επειδή προσέβαλε ποδοσφαιρικές ομάδες, το μόνο ιερό και όσιο που χαίρει αδιαπραγμάτευτου σεβασμού.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να κατακτήσεις ένα αδύναμο κράτος. Συνηθέστερα με στρατιωτική δύναμη ή οικονομική επιβολή. Και τα δύο όμως δεν πάνε μακριά. Ειδικά για έναν λαό που νιώθει να έχει καταπατηθεί, άραγε θα θέλαμε να επιβληθούμε σε άλλους με τον ίδιο τρόπο που απεχθανόμαστε; Υπάρχει κι άλλος τρόπος, η κατάκτηση μέσα από πολιτισμό, γνώση, επιστήμη. Αντί για υποδούλωση, στοχεύεις στην ανάταση του κατακτημένου, στην ελευθερία του, να τον μετατρέψεις σε κοινωνό, σε πρόσωπο που μιλάει τη γλώσσα σου, φυσικά και μεταφορικά. Αν ο ελληνισμός κάποτε ξέφυγε από το στενόχωρο γεωγραφικό του όριο και έγινε οικουμενικός, δεν ήταν λόγω στρατιωτικής ή οικονομικής επικράτησης. Τέτοια επικράτηση πέτυχαν ποικίλοι Οσυμανδύες, αλλά οι περισσότεροι χάθηκαν γοργά μετά την ύβριν. Αντιθέτως, ο οικουμενικός ελληνισμός διέσπειρε αξίες που θα μπορούσαν όλοι οι άνθρωποι να συμμεριστούν και να προκόψουν. Με τον ίδιο τρόπο, όπως σε όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια, σήμερα εκτιμούμε και αποδεχόμαστε και διδασκόμαστε από ανθρώπους που μιλούν την ίδια γλώσσα της επιστήμης. Ανεξάρτητα από το ποιος αστυφύλαξ σε ποια χώρα υπέγραψε το διαβατήριό τους και ποιες αλληλουχίες νουκλεοτιδίων διαθέτει το DNA τους.

Η Ιστορία πλέον κινείται ταχύτατα, για όποιον γρηγορεί. Η επιστήμη και η τεχνολογία ανοίγουν δυνατότητες αναπάντεχες. Οποιος είναι τολμηρός θα τις κατακτήσει. Οποιος δεν είναι, θα κατακτηθεί, όσες αντιαρματικές τάφρους κι αν σκάψει. Τελικά θα τον πιάσουν στον ύπνο ή στο «Survivor». Δεν θα προλάβει καν να διαπιστώσει ότι κατακτήθηκε πριν εξαφανιστεί. Γιατί οι μάχες δίνονται καθημερινά σε άλλα σύνορα, στα προκεχωρημένα κλιμάκια του νου, της τεχνολογίας, της καινοτομίας.

Η έριδα γιγαντώνεται αδίκως μέσα στη χώρα. Δεν κατηγορώ κανέναν και ευχαριστώ όλους. Αφού το σπίτι μου και η ψυχή μου βρίσκονται στα βόρεια σύνορα, συγκινούμαι μάλιστα όταν ακούω να ασχολούνται με θέματα συνοριακά. Εστω και στρατηγοί-υπουργοί που κυρίως «στρατήγευσαν» άκαπνοι σε γραφεία επιτελείου κοντά στα βόρεια προάστια. Εστω και πολυπράγμονες με το μέγιστο IQ που δεν συνεισέφεραν ποτέ τίποτε στη σοβαρή επιστημονική βιβλιογραφία. Εστω και σχολιαστές που κοροϊδεύουν ανθρώπους που αγωνιούν (δικαιολογημένα) όταν έχουν παραβιαστεί όσα σύνορα νόμιζαν απαραβίαστα στη ζωή τους. Εστω και πολιτικοί που πάνε όπου φυσάει ο άνεμος – γιατί ομολογουμένως φυσάει πολύ στα σύνορα και τα παίρνει τα λόγια και τα στροβιλίζει.

Οχι απλώς φυσάει πολύ, αλλά χιονίζει επίσης, στα βόρεια σύνορα ειδικά. Και το λευκό γρήγορα σβήνει τα πάντα. Ο,τι και να ’ναι, ίσως σε 10 χρόνια δεν θα το θυμάται κανείς. Ισως γιατί δεν θα υπάρχει κανείς στα βόρεια σύνορα να το θυμηθεί. Ή ίσως γιατί με ένα πέρασμα από τα μπουζούκια της Θεσσαλονίκης ξεχνιούνται όλα, τα μουδιασμένα όνειρα αφήνονται σαν βρεγμένες ομπρέλες στην είσοδο του μαγαζιού. Οταν φυσάει στα σύνορα, ο αέρας παίρνει και σημαίες και αγριοφωνάρες και προστάγματα και ξεσπάσματα και ναι και όχι – και μετά πέφτει χιόνι και σιωπή. Γιατί τα σύνορα τα υπερασπίζεται κάποιος καλύτερα όταν μπορεί να τα ξεπεράσει, να ανοιχτεί πιο πέρα. Οταν μπορεί να συμπαρασύρει φίλους και εχθρούς σε αυτήν την πορεία, να διαμορφώσει τον κόσμο, τη νέα οικουμένη. Οταν διαλέγει να ασχοληθεί με τα δύσκολα, με όσα αξίζουν, με όσα θα έχει τους καλύτερους για δασκάλους, για φίλους και, το κυριότερο, για αντιπάλους.

* Ο κ. Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης κατέχει την έδρα C.F. Rehnborg Πρόληψης Νοσημάτων στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ όπου είναι καθηγητής Παθολογίας, Ερευνας και Πολιτικής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ