ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το ράλι των ομολόγων θα συνεχιστεί, εκτός εάν...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον Αύγουστο του 2018, καλώς εχόντων των πραγμάτων, η ελληνική οικονομία θα περάσει από την επιτήρηση των θεσμών σε αυτήν των αγορών. Οι οιωνοί δείχνουν καλοί: τις πρώτες εβδομάδες του νέου έτους η απόδοση στα 10ετή κρατικά ομόλογα έχει σταθεροποιηθεί κάτω από το 4% φτάνοντας σε χαμηλά 12ετίας. Η «Κ» επικοινώνησε με διεθνείς επενδυτές με εμπειρία και παρουσία στην ελληνική αγορά, για να μάθει πόση διάρκεια αναμένεται να έχει η τρέχουσα ευφορία – και τι θα μπορούσε να τη διαταράξει.

Για τον Πολ Καζέριαν της Japonica Partners, που στοιχημάτισε μαζικά στα ελληνικά ομόλογα σε μια περίοδο που οι περισσότεροι επενδυτές τα απέφευγαν σαν τη βουβωνική πανώλη, η νέα εμπιστοσύνη είναι σε σημαντικό βαθμό προϊόν της σωστής δουλειάς που γίνεται στα δημοσιονομικά. «Οι πιο υπεύθυνοι επενδυτές θα συνεχίσουν να επαινούν την Ελλάδα όσο συνεχίζει να υιοθετεί τις βέλτιστες πρακτικές στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών», εκτιμά ο αρμενικής καταγωγής Αμερικανός επενδυτής. Ο Κρίστιαν Κοπφ, επικεφαλής ομολόγων για το γερμανικό fund Union Investment, που διαχειρίζεται επενδυτικά κεφάλαια ύψους 320 δισ. ευρώ, προβλέπει ότι το ράλι των ελληνικών ομολόγων θα συνεχιστεί. «Για μια σειρά ετών, η Ελλάδα είχε πολύ υψηλές ανάγκες χρηματοδότησης και δεν μπορούσε να τις καλύψει μέσω των αγορών. Αυτές τις μέρες, και για τα επόμενα χρόνια, χρειάζεται λίγη χρηματοδότηση και υπάρχει πολύ μεγάλη ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα».

Ο κ. Κοπφ υπογραμμίζει ότι επί του παρόντος «οι αγορές δεν ενδιαφέρονται» για το αν θα υπάρξει περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, όπως δεν ενδιαφέρονταν και για το QE: «Η Ελλάδα δεν συμπεριλήφθηκε στο QE, κι όμως οι αποδόσεις των ομολόγων βυθίστηκαν». Εκτιμά μάλιστα ότι οι αγορές θα αδιαφορήσουν ακόμα κι αν η κυβέρνηση ανατρέψει κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις των προγραμμάτων προσαρμογής μετά τον Αύγουστο – «ώς ένα σημείο».

Ο Μπλέιζ Αντιν, επικεφαλής αναδυόμενων αγορών στο αμερικανικό fund TCW (που διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 200 δισ. δολαρίων), σημειώνει ότι η Ελλάδα «είναι από τις λίγες επιλογές κρατικών χρεογράφων για τους επενδυτές στην Ευρώπη σε μια εποχή πολύ χαμηλών αποδόσεων». Προβλέπει μάλιστα ότι τα spreads της Ελλάδας, μαζί με αυτά της Πορτογαλίας και της Ιταλίας, «θα μειωθούν περαιτέρω» στους επόμενους μήνες. Επικαλούμενος το παράδειγμα της Τουρκίας, συμφωνεί με τον Κρ. Κοπφ: «Δεν βρισκόμαστε σε μια συγκυρία όπου οι αγορές τιμωρούν κακές κυβερνητικές πολιτικές».

Ωστόσο, σημειώνει, ένα εξωγενές σοκ, όπως η ανακοίνωση του τερματισμού του QE από την ΕΚΤ, «μπορεί να οδηγήσει τους επενδυτές να επανεξετάσουν τα ρίσκα που αναλαμβάνουν». Σε αυτήν την περίπτωση, «εκτός από το χρηματοδοτικό “μαξιλάρι” των 19 δισ. ευρώ, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να δείξει ότι δεν αποκλίνει σημαντικά από την πολιτική που εφάρμοσε στα χρόνια των προγραμμάτων προσαρμογής».

Ούτως ή άλλως, θα υπάρξει η παρακολούθηση μετά το πρόγραμμα (post-programme surveillance), που θα διαρκέσει ώσπου η Ελλάδα να αποπληρώσει το 75% των χρεών της προς τον ευρωπαϊκό επίσημο τομέα (δηλαδή, όπως αποκάλυψε στην «Κ» ο Τόμας Βίζερ, κάπου κοντά στο 2060!). Ωστόσο στην πράξη, η βαριά φετινή ατζέντα της Ευρωζώνης δημιουργεί το κίνητρο να κλείσει η ελληνική εκκρεμότητα.

«Οι Ευρωπαίοι υποστηρίζουν την προοπτική μιας καθαρής εξόδου για την Ελλάδα – οι μεγάλες πρωτεύουσες έχουν μεγαλύτερα ζητήματα να αντιμετωπίσουν το 2018», σημειώνει ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, επικεφαλής Ευρώπης της εταιρείας πολιτικής συμβουλευτικής Eurasia. «Για τη Μέρκελ προέχει ο σχηματισμός κυβέρνησης, η προώθηση μεταρρυθμίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τον Μακρόν και η αποφυγή εκτροπών στο Brexit. Η παρακολούθηση της χώρας μετά τον Αύγουστο θα είναι πολύ πιο χαλαρή από το πλήρες πρόγραμμα».

Διαφορετικές εκτιμήσεις

Υπάρχουν, φυσικά, και διαφορετικές εκτιμήσεις. Επενδυτής με έδρα το Λονδίνο, που δραστηριοποιείται επί σειράν ετών στα ελληνικά ομόλογα, τονίζει πόσο «εύθραυστη» είναι η νέα εμπιστοσύνη που δείχνουν οι αγορές προς την Ελλάδα. Προσθέτει δε ότι «οι Ευρωπαίοι έχουν δανείσει συγκριτικά πολύ μεγαλύτερα ποσά στην Ελλάδα. Η παρακολούθηση μετά το τέλος του προγράμματος, συνεπώς, πιθανώς θα είναι πολύ πιο στενή». Οπως εκτιμά, το κύριο εργαλείο πίεσης θα μπορούσε να είναι η υπό όρους περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους. Ο κ. Τσίπρας, καταλήγει, «δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να συμμορφώνεται».

Τα θερμά λόγια για τις δημοσιονομικές επιδόσεις της κυβέρνησης δεν επεκτείνονται, πάντως, στους χειρισμούς του ΟΔΔΗΧ. «Η θέση της Ελλάδας στις χρηματαγορές θα ήταν πολύ ισχυρότερη αν δεν ήταν τόσο ολέθριος ο τρόπος λειτουργίας του ΟΔΔΗΧ», λέει ο Κοπφ. Οπως αναφέρει, «όλες οι χώρες παρέχουν τακτικά μακροοικονομική ενημέρωση, αναρτούν παρουσιάσεις προς τους επενδυτές». Αντιθέτως, «αν επισκεφθεί κανείς τον ιστότοπο του ΟΔΔΗΧ, θα δει ότι η πολιτική χρηματοδότησης είναι “υπό κατασκευή”, η πιο πρόσφατη ενημέρωση οικονομικών δεικτών είναι από το 2016, δεν υπάρχουν παρουσιάσεις ούτε μακροοικονομικές αναλύσεις. Δεν υπάρχει καν λίστα αποδεκτών ενημερωτικού υλικού».

Η Ελλάδα πρέπει να βελτιώσει τις επιδόσεις της στο μέτωπο αυτό, σημειώνει, μεταξύ άλλων υιοθετώντας Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα για τον δημόσιο τομέα, αλλά και «τερματίζοντας πρακτικές όπως η δίωξη του τέως επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, το μόνο λάθος του οποίου ήταν η παραγωγή αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων σύμφωνα με τα πρότυπα της Ε.Ε.».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ