Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Η παγίδα της οργής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οσοι χαίρονται σήμερα με τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι λόγω του μακεδονικού ζητήματος είναι κοντόφθαλμοι και ανεύθυνοι. Κοντόφθαλμοι επειδή το πρόβλημα θα βασανίσει τους ίδιους, ανεύθυνοι επειδή η διαχείριση ενός εθνικού θέματος συνεχίζει να καθορίζεται από μικροπολιτικές αγωνίες – αγωνίες που πηγάζουν από το γεγονός ότι από το 1991 το ζήτημα προκαλεί έντονα πολιτικά πάθη, εμποδίζοντας τη διευθέτησή του. Η κυβέρνηση, αφενός, επενδύει στα εσωτερικά προβλήματα της Νέας Δημοκρατίας ενώ η ίδια κινδυνεύει άμεσα – σαν να μην λογαριάζει το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καμμένος αντιμετωπίζει πολιτικό αφανισμό εάν συναινέσει σε συμβιβαστική λύση στο θέμα του ονόματος της γειτονικής χώρας. Η Νέα Δημοκρατία, αφετέρου, επιχειρεί να παραμείνει αλώβητη, ώστε το πρόβλημα να παραμείνει αποκλειστικώς στα χέρια της κυβέρνησης. Η αξιωματική αντιπολίτευση, όμως, δεν θα αποφύγει δυσμενείς συνέπειες, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα: εάν η κυβέρνηση πετύχει συμβιβασμό με τα Σκόπια και παραμείνει στην εξουσία, η «υπεύθυνη» παράταξη θα φαίνεται ουραγός των εξελίξεων· εάν η διαδικασία οδηγηθεί σε αδιέξοδο, η Ν.Δ. θα συνεχίσει να βρίσκει το πρόβλημα μπροστά της, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση, αντιμέτωπη με ολοένα ισχυρότερη πίεση από εξωτερικούς παράγοντες που απαιτούν να λυθεί το πρόβλημα.

Και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση κινδυνεύουν από τις Συμπληγάδες της εξωτερικής πίεσης και του πυρετού που το Μακεδονικό προκαλεί στο εσωτερικό της χώρας, όπως έδειξαν η ξαφνική έξαρση του ζητήματος και η απρόσμενα μεγάλη συμμετοχή στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Από το 1991, όταν οι πολίτες της έως τότε Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας επέλεξαν την ανεξαρτητοποίησή τους από τη Γιουγκοσλαβία, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κύμα έντονου λαϊκού συναισθηματισμού που σάρωσε τα πάντα και απέτρεψε τη σοβαρή διαχείριση του θέματος. Παρότι πέρασαν πάνω από 26 χρόνια, παρότι το 1995 επετεύχθη η Ενδιάμεση Συμφωνία που καθορίζει τις σχέσεις των δύο χωρών, παρότι η θέση της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 2008 ήταν σοβαρό βήμα προς τη διευθέτηση του προβλήματος, η σημερινή κουβέντα γύρω από το θέμα παραπέμπει ευθέως στις πρώτες μέρες του προβλήματος. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τότε εγκλωβίστηκε από τα συνθήματα στις πλατείες, από τον έντονο συναισθηματισμό που εξέφραζαν άνθρωποι της Εκκλησίας και του καλλιτεχνικού κόσμου, από τον εσωτερικό διχασμό που προκλήθηκε από την υιοθέτηση σκληρότερης γραμμής από τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, από το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή, και από το γεγονός ότι, για να στηρίξουν τον Μητσοτάκη εναντίον του Ανδρέα Παπανδρέου, οι Ευρωπαίοι εταίροι υιοθέτησαν και αυτοί τη σκληρή γραμμή που ο Ελληνας πρωθυπουργός ήταν αναγκασμένος να ζητήσει.

Η ιστορία της περιοχής, οι κίνδυνοι που απέρρεαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η στάση των Σκοπίων ήταν σοβαροί λόγοι για να ανησυχεί η Ελλάδα, ώστε να λάβει δραστικά μέτρα η κυβέρνηση για να προστατεύσει τα συμφέροντά της χώρας και να καθησυχάσει τον λαό της. Αλλά ο συνδυασμός απλοϊκών συνθημάτων, έντονου συναισθήματος που κατέλαβε ταγούς του έθνους στην Ελλάδα και στη Διασπορά, της σκοπιανής αδιαλλαξίας και της αδυναμίας των εταίρων να καταλάβουν το μέγεθος του προβλήματος όσον αφορούσε τον εγκλωβισμό της κυβέρνησης, οδήγησε σε αδιέξοδο. (Ας μην ξεχνάμε ότι – πρόσκαιρα τουλάχιστον – οι εταίροι είχαν δεχθεί την ελληνική θέση που απέκλειε τη χρήση «Μακεδονία» ή παράγωγα του ονόματος σε σύνθετο όνομα.) Ετσι, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να συναινέσει σε συμβιβαστική λύση. Αλήθεια είναι ότι ούτε τα Σκόπια δέχθηκαν προτάσεις για «μεικτή ονομασία»· εάν όμως η Ελλάδα (τότε η μόνη χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. στα Βαλκάνια) είχε εγκρίνει μια συμβιβαστική λύση, η πίεση στους γείτονες θα ήταν τόση που θα είχαν δεχθεί κάποιο από τα ονόματα που ακόμη προτείνονται. Δεν θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο που ήμασταν το 1992, σαν να μην γνωρίζουμε το κόστος των λαθών δεκαετιών.

Ο κίνδυνος για όλες τις πολιτικές δυνάμεις είναι ότι το μακεδονικό ζήτημα δεν γνωρίζει χρόνο. Ούτε το θέμα ωρίμασε, παρόλο που οι σχέσεις μεταξύ των δύο λαών εξελίσσονται καλά και η νέα κυβέρνηση στα Σκόπια έχει βελτιώσει το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών, ούτε η αλλαγή πρωταγωνιστών στην ελληνική πολιτική σκηνή φαίνεται να έφερε σημαντική αλλαγή νοοτροπίας. (Εξάλλου, τα επιθετικά σχόλια αναγνωστών που συνοδεύουν και τα πιο ισορροπημένα άρθρα στα σοβαρότερα μέσα ενημέρωσης σε όλο το διάστημα της διένεξης αποδεικνύουν ότι η φλόγα της οργής σιγόκαιγε συνεχώς.) Το Μακεδονικό συνδυάζει την πεποίθηση ότι εμείς οι Ελληνες βρισκόμαστε συνεχώς σε άμυνα, καθώς λαοί χωρίς την ιστορική μας αίγλη επιβουλεύονται τη δική μας περιουσία (εδαφική, ιστορική, πολιτισμική), με την αίσθηση ότι εδώ που βρισκόμαστε δεν ανεχόμαστε να παραδώσουμε οτιδήποτε άλλο. Στην περίπτωση της Μακεδονίας, η γελοιότητα των αξιώσεων υπερφίαλων γειτόνων κατάφερε να μας φέρει στο δικό τους επίπεδο και να απεμπολήσουμε όλα τα πλεονεκτήματά μας. Οταν τόσοι πολίτες αισθάνονται παγιδευμένοι και οργισμένοι, οι επιπτώσεις στην πολιτική απαιτούν τεχνική και σοφία που οι πολιτικοί μας δεν απέδειξαν έως τώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ