ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Τα παπούτσια χόρτασαν χώμα

Δημήτρης Γλυφός

Το ποτήρι στο κομοδίνο άδειο. Μισός ξεσκέπαστος. Ίχνος ήλιου. Σηκώνεσαι να «ανάψεις» τον θερμοσίφωνα με κλειστά μάτια. Ξαπλώνεις πάλι. Ψάχνεις για μουσική και τεντώνεσαι σαν να θες να σπάσεις. Πέρασε ένα –ακόμη– τέταρτο. Κλείνεις τον θερμοσίφωνα, ανεβάζεις τα στόρια, γδύνεσαι, γεμίζει ατμούς το μπάνιο, βάζεις το φίλτρο στην καφετιέρα με την πετσέτα στη μέση, διαλέγεις κούπα και ντύνεσαι. Βαθαίνεις τον καναπέ, χαϊδεύεις τη γάτα, χαζεύεις την τηλεόραση στο mute και για λίγο σκέφτεσαι πως αυτή η μέρα σού ανήκει.

Άνετος, στα ρούχα της «σχόλης», με δρόμους άδειους και μια πόλη μεγάλη, χαρακώνεις τα πεζοδρόμια με το σταθερό σου βήμα. Διασχίζεις μια πονεμένη διαδρομή. Παίρνεις ένα τριαντάφυλλο. Το αφήνεις σε αργή κίνηση. Ανάβεις το καντήλι της γιαγιάς, σταυροκοπιέσαι από συνήθεια, χαμηλώνεις το κεφάλι. Θυμάσαι και τους άλλους. Που έφυγαν. Τα παπούτσια χόρτασαν χώμα. Τα μάρμαρα γυαλίζουν. 

Ακόμη και με τα γυαλιά, ο ήλιος –σήμερα– μοιάζει αγονάτιστος.

Βιάζεσαι. Σε περιμένουν στο πατρικό. Κοτόπουλο στον φούρνο. Δεν χτυπάς ποτέ κουδούνι, ο χώρος σού ανήκει. Εμφανίζεσαι στην ησυχία και τρέμει ο όροφος από τις φωνές. Δίνεις το προφιτερόλ, «χρειάζεται ψυγείο». Σε σερβίρουν τσίπουρο με αποξηραμένα σύκα από το νησί. Η δάφνη σού μουδιάζει τον λαιμό. Σε ρωτάνε για πράγματα που ήδη ξέρουν –με μεγαλύτερη ένταση, με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, με ζήλο– και διψάνε για παρέα. «Περάστε, είναι έτοιμα» και εσύ στη θέση σου με σύνεργα και ενστάσεις. Γεννημένος προβοκάτορας σε αυτούς που συγγένεψαν με αίμα. Κρασί, μπουκιά και ιστορίες. Με άξονα συζήτησης ταυτόσημο με άλλες ώρες, μέρες, χρόνια. Και όμως, να δένεσαι και να τσουγκρίζεις σαν πρώτη φορά. Και να σου ξεφεύγουν γλυκές λέξεις. Και αποχωρείς με σταυρωτά φιλιά, δοχεία φαγητού και χαρτζιλίκι στα κρυφά – ακόμα. 

Μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, δεν θες να πέσει ο ήλιος. Όταν πέφτει κάτι τέτοιες μέρες, πλακώνεται το στήθος. 

Στον δρόμο της επιστροφής τηλεφωνείς σε φίλους. Σε ανθρώπους που συγγένεψαν με νύχτες. Ρωτάς τις διαθέσεις τους και πίνεις ένα ουίσκι. Μιλάς για το βράδυ που ξημέρωσε, τον πρωινό πονοκέφαλο, για την ομάδα. Πίνεις ένα ακόμη και τώρα σειρά έχουν τα σχέδια, οι ιδέες, οι μέρες που υπομένεις και θα δεθούν με λόγια. 

Περνάς το κλειδί στην πόρτα. Στέκεσαι στα σκοτεινά. Ένα φαναράκι νυκτός για τη γάτα. Για την παρηγοριά. Μετά από αυτό το πρώτο βήμα, φωταψία, γιορτή. Φοράς την ξασπρισμένη φόρμα, το σκισμένο φούτερ, την αθλητική κάλτσα.

Ένα άγχος να προλάβεις το υπόλοιπο της νύχτας. 

Να οργανώσεις εκκρεμότητες. Να καθαρίσεις τον πάγκο της κουζίνας. Να αλλάξεις σεντόνια. Να δεις τι θα φορέσεις αύριο. Να φτιάξεις το κάλυμμα του καναπέ. Να καθαρίσεις την άμμο. Να κόψεις τα νύχια. Να ευχηθείς «χρόνια πολλά». Να τσεκάρεις τα νέα. Να ακούσεις δίσκους. Να συνεχίσεις από την τσακισμένη σελίδα. Να δεις μια ταινία. Να ανεβάσεις τον παλμό σου, άντε και καμιά φωτογραφία.

Στριφογυρίζεις στο κρεβάτι. Τα σεντόνια μυρίζουν ωκεανό. Το ξυπνητήρι αντανακλά στον καθρέφτη. Η ησυχία μοιάζει με απειλή. Η γάτα πουρπουρίζει στα πόδια.

Ξέρεις, ίσως δεν είναι Κυριακή, αλλά είναι σαν να είναι. Και μάλιστα Μεγάλη. ■

* Ο Δημήτρης Γλυφός είναι ποιητής. Η τελευταία του ποιητική συλλογή «Αντιχρονισμός» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ