Ήταν ιδιόρρυθμος, γυναικάς, κακομαθημένος, αλλά και χτυπημένος στα μέσα της ζωής του από μια τραγωδία την οποία κουβαλούσε μέχρι το τέλος του. Ένα πλάσμα ολοκληρωτικά δοσμένο στο πάθος του για τη θάλασσα, τόσο που είχε απαρνηθεί ακόμα και τα παιδιά του και είχε δεχτεί να γίνει πειραματόζωο για να δοκιμάσει τις ανθρώπινες αντοχές στις καταδύσεις. Πρωτοπόρος στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πάει βαθύτερα, κατάφερε να φτάσει στα 100 μέτρα βάθος με μία αναπνοή το 1976, διαψεύδοντας τους επιστήμονες που το θεωρούσαν φυσικώς αδύνατο, για να καταλήξει να δώσει τέλος στη ζωή του στα 74 του, χτυπημένος από τη μοναξιά και την κατάθλιψη. 

Ο Ζακ Μαγιόλ ήταν πολλά περισσότερα από αυτά που είδαμε το 1988 στο «Απέραντο γαλάζιο» του Λικ Μπεσόν, κι αυτό μπορεί να το ανακαλύψει κανείς στο νέο ντοκιμαντέρ του Έλληνα σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτου που βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη. Το «Dolphin Man» μας ταξιδεύει στη ζωή του Μαγιόλ, σε αφήγηση του Ζαν Μαρκ Μπαρ, του ηθοποιού που τον ενσάρκωσε στο «Απέραντο γαλάζιο», και μας μεταφέρει τη συναρπαστική ιστορία του, την ομορφιά που ο ίδιος είδε στη θάλασσα, καθώς και το επείγον μήνυμά του για την προστασία της. Από την Κάρπαθο έως τις Μπαχάμες και από την Έλμπα της Ιταλίας έως την Ινδία και την Ιαπωνία, το ντοκιμαντέρ μάς ταξιδεύει στα μέρη-σταθμούς της ζωής του, παρουσιάζει σπάνια φιλμ γυρισμένα από πρωτοπόρους φωτογράφους του υποθαλάσσιου κόσμου και συνεντεύξεις με την οικογένειά του, κοντινούς του φίλους και με τους «κληρονόμους» του, τους σύγχρονους παγκόσμιους πρωταθλητές κατάδυσης. Δεν κάνει όμως μια αγιογραφία: είναι μια ειλικρινής ματιά στον θρυλικότερο, αλλά ιδιόρρυθμο ελεύθερο δύτη, που άλλαξε ό,τι πιστεύαμε για τη θάλασσα και για τη σχέση μας μαζί της.  

«Όταν κάνεις μια ταινία για μια υπαρκτή προσωπικότητα, ξυπνάς και κοιμάσαι μαζί της για όσο κρατήσει η διαδικασία», λέει στο «Κ» ο Λευτέρης Χαρίτος. «Η σχέση μου με τον Μαγιόλ πέρασε από όλα τα στάδια: κατ’ αρχάς του θαυμασμού για έναν άνθρωπο που μίλησε για τη θάλασσα και τους θαλάσσιους οργανισμούς, αλλά και την αναγκαιότητα να μην τους αφανίσουμε. Έπειτα κατάλαβα ότι ως άνθρωπος είχε πολλά ελαττώματα, τέτοια που κάποιες φορές με δυσκόλεψαν να συνεχίσω να τον θαυμάζω. Έτσι “βούτηξα” πιο βαθιά στη ζωή του. Το ταξίδι στην Ιαπωνία με έκανε να τον καταλάβω. Εκεί ο Μαγιόλ βρήκε κάτι που τον απομάκρυνε από την εσωτερική του αγωνία – αυτό το βρήκε μόνο εκεί και στον βυθό». 

Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρίτος με τον παγκόσμιο πρωταθλητή ελεύθερης κατάδυσης, Ουμπέρτο Πελιτσάρι, ενώ κάνουν γυρίσματα στη βαθύτερη πισίνα του κόσμου, στην Πάντοβα της Ιταλίας. © Daniele Padovan

 

Η τραγωδία και το ρεκόρ

Γεννημένος το 1927 στη Σαγκάη από Γάλλους γονείς, έμαθε να βουτάει από Ιάπωνες ψαράδες στις οικογενειακές του διακοπές στο νησί Karatsu. Εκεί, κολυμπώντας στις θάλασσες γύρω από το Nanatsugama, είδε για πρώτη φορά δελφίνι, κι αυτό έμελλε να του αλλάξει τη ζωή. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών ταξίδευε από χώρα σε χώρα κάνοντας πολλές, διαφορετικές δουλειές. Στο ενυδρείο του Μαϊάμι, όπου εργαζόταν ως δύτης, γνώρισε την Κλάουν, το δελφίνι με το οποίο ανέπτυξε στενό δεσμό. Μιμούμενος την Κλάουν, έμαθε να κρατάει την αναπνοή του και να κινείται με χάρη και άνεση στο νερό. Από αυτήν πείστηκε ότι οι άνθρωποι μοιάζουν εξαιρετικά στα δελφίνια, με τα οποία ο ίδιος υποστήριζε ότι μπορεί να επικοινωνεί με τηλεπάθεια και εκτιμούσε ότι μπορούσε να φτάσει πιο βαθιά από ό,τι ακόμα και οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό – έως τότε το όριο που έθεταν ήταν τα 50 μέτρα. To κατάφερε στα 49 του, το 1976, όταν με μία ανάσα έφτασε στα 100. Πώς; Ο Μαγιόλ δεν ήταν προικισμένος με τον σωματότυπο που συνήθως έχουν οι ελεύθεροι δύτες. Είχε όμως καταφέρει να ενσωματώσει τεχνικές της γιόγκα και της φιλοσοφίας του ζεν, τις οποίες μελετούσε εντατικά στα ταξίδια του στην Ιαπωνία και στην Ινδία, καταφέρνοντας μια πνευματική ένωση με το θαλάσσιο περιβάλλον η οποία εξελίχθηκε σε στοιχείο-κλειδί για τη σύγχρονη ελεύθερη κατάδυση. 

Τέσσερα χρόνια πριν από το μεγάλο ρεκόρ, είχε χάσει τραγικά τη Γερμανίδα αγαπημένη του, όταν ξεψύχησε στα χέρια του μετά την επίθεση ενός τοξικομανούς κατά τη διάρκεια ληστείας. Παρότι γυναικάς και άστατος, ο Μαγιόλ είχε βρει την αδελφή ψυχή του σε αυτήν και ο χαμός της τον άλλαξε για πάντα. «Ήταν εξαιρετικά προσεκτικός και τρυφερός με τα δελφίνια», λέει ο πιο αγαπημένος του φίλος στην Ιαπωνία, Χιτόσι Ναρίτα, στον οποίο και κατέφυγε ο Μαγιόλ μετά τον θάνατό της. «Του έπαιρνε πολύ χρόνο για να τα προσεγγίσει. Έτσι κατάλαβα γιατί ήταν τόσο δημοφιλής στις γυναίκες: τους φερόταν όπως ακριβώς και στα δελφίνια». 

Ο Ζακ Μαγιόλ επιχειρεί το πρώτο του ρεκόρ ελεύθερης κατάδυσης στα 60 μέτρα, τη δεκαετία του 1960 στις Μπαχάμες.

 

«Ο Μαγιόλ είχε τo Εγώ ενός επαναστάτη, μια ευαισθησία απέναντι στη φύση που συγκινούσε τους πάντες και μια λατρεία για το γυναικείο φύλο», λέει στο «Κ» ο Ζαν Μαρκ Μπαρ. «Γίναμε φίλοι γιατί τον θαύμαζα χωρίς να τον κρίνω. Καταλάβαινα ότι ένιωθε πως, άθελά μου, είχα κλέψει την ταυτότητά του. Είναι αλήθεια ότι πολλοί δυσκολεύονταν να διαχωρίσουν εμένα από τον χαρακτήρα που ενσάρκωσα, γι’ αυτό και ενθουσιάστηκα όταν ο Λευτέρης αποφάσισε να μιλήσουμε μαζί για τον αληθινό ήρωα». 

«Προτιμώ να χαθώ μέσα στο πάθος μου παρά να χάσω το πάθος μου». Αυτή ήταν η φράση του Μαγιόλ που έμεινε πιο ιστορική. Το 2001, έχοντας αποσυρθεί από τον κόσμο, με έντονα αισθήματα μοναξιάς και κατάθλιψης, βρέθηκε κρεμασμένος στο σπίτι του στην Έλμπα της Ιταλίας, όπου είχε κάνει τα περισσότερα ρεκόρ του. Στο σημείωμα που είχε αφήσει ζητούσε η σορός του να αποτεφρωθεί και οι στάχτες του να σκορπιστούν στον κόλπο της Τοσκάνης. ■

www.dolphinmanfilm.com
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ