ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ*

Η ανεύρετη επιστροφή στην κανονικότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την επιθυμούμε, την προσδοκούμε, την ευχόμαστε: την επιστροφή στην κανονικότητα, σε κάποια κανονικότητα. Οκτώ χρόνια εξαιρετικών συνθηκών, οκτώ χρόνια κατάσταση ανάγκης ή εξαίρεσης από το κανονικό είναι πολλά.

Οι κυβερνώντες, πάντως, μας την υπόσχονται. Η έξοδος μάλιστα από το μνημόνιο θα είναι, λένε, καθαρή και οριστική και θα σημάνει το τέλος της εξαιρετικής κατάστασης και της εξάρτησής μας από τους δανειστές.

Ο υπουργός των Οικονομικών το προανήγγειλε κατά την πρώτη επιτυχημένη δοκιμαστική έξοδό μας στις αγορές. Είναι, είπε, ένα σημάδι ομαλοποίησης της ελληνικής οικονομίας. Αποτελεί ορόσημο για την επιστροφή στην «κανονικότητα».

Σίγουρα είναι ορόσημo για τη ρημαγμένη και αποκλεισμένη από τις αγορές οικονομία μας. Αλλά για ποια κανονικότητα πρόκειται; Για την επιστροφή στην παλιά, στην προ κρίσης, ή σε μια καινούργια κανονικότητα και ποια είναι αυτή; Θα σηματοδοτεί, άραγε, τη ρήξη τόσο με το παρόν της κρίσης όσο και με το σαθρό παρελθόν, το προ κρίσης, αυτό που μας οδήγησε στην κρίση;

Η ειδυλλιακή και αισιόδοξη εικόνα που φιλοτεχνούν, ενόψει εκλογών, τόσο η κυβέρνηση όσο, δυστυχώς, και η αξιωματική αντιπολίτευση για τη μεταμνημονιακή εποχή είναι υπερβολικά ωραία για να είναι πιστευτή.

Πρώτον, διότι η κρίση που γνωρίσαμε και γνωρίζουμε δεν ήρθε για να φύγει, αλλά για να μείνει. Δεν ήρθε ως παροδικό φαινόμενο, που διέρρηξε, προσωρινά, ως κατάσταση εξαίρεσης ή έκτακτης ανάγκης, την υπάρχουσα τότε κανονικότητα. Πρόκειται για κρίση διαρθρωτική, διαρκούς προσαρμογής στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς, που θα διαρκέσει όσος χρόνος απαιτείται για να συντελεστεί η προσαρμογή. Αλλωστε, τα εκτεταμένα, εξαιρετικά μέτρα δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής που έχουν ληφθεί δεν είναι προσωρινά ούτε έκτακτα για να αρθούν αυτόματα με την άρση της μνημονιακής ανάγκης. Οι δεκάδες χιλιάδες σελίδες εκτελεστικών των μνημονίων νόμων, που έχουν ψηφίσει –δόξα τω Θεώ– όλες οι κυβερνήσεις, ακόμη και αυτές με το πιο φανατισμένο αντιμνημονιακό παρελθόν, δεν εξαφανίζονται με ένα άρθρο ούτε με ένα νόμο. Θα μας ακολουθούν ως φάντασμα για αρκετές δεκαετίες. Στοιχείο συστατικό της μεταμνημονιακής κανονικότητας.

Διότι, σκεφτείτε, για λίγο, τι θα γινόμασταν αν δεν υπήρχε το «καταραμένο» μνημόνιο, αν δεν έκανε στροφή, την τελευταία στιγμή, λίγο πριν από την καταστροφή, η σημερινή κυβερνητική παράταξη. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι αν δεν υπήρχε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, δεν θα βγαίναμε τώρα περιχαρείς στις αγορές ούτε θα κομπορρημονούσε πολιτικά η κυβέρνηση. Αν δεν υπήρχε το μνημόνιο θα έπρεπε να το είχαμε εφεύρει μόνοι μας.

Δεύτερον, αν ως επιστροφή στην κανονικότητα εννοείται η επιστροφή στην άφρονα, σπάταλη και άσωτη δημοσιονομική πολιτική της ύστερης μεταπολίτευσης, τότε άδικα ανησυχούμε ! Κάτι τέτοιο είναι, ευτυχώς, εξαιρετικά δύσκολο να γίνει, μετά τη δημοσιονομική πειθαρχία που έχει επιτευχθεί και τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει. Η δημοσιονομική κανονικότητα του μνημονίου θα διαρκέσει όσα χρόνια διαρκεί ο δανεισμός και η εξόφληση του υπέρογκου χρέους μας. Ο δανεισμός μας από τις αγορές δεν μας απαλλάσσει, πάντως, από την εξάρτηση ούτε βέβαια από την υποχρέωση εξόφλησης του υπάρχοντος θεσμικού χρέους μας. Προσθέτει απλώς νέο χρέος και δημιουργεί μια νέα, πρόσθετη, δανειακή εξάρτηση της χώρας από τις άπληστες, ανεξέλεγκτες αγορές.

Τρίτον, αν πάλι, ως επιστροφή στην κανονικότητα θεωρούμε την επιστροφή στη φαύλα, πελατειακή, προ κρίσης πολιτική πραγματικότητα, την υποταγμένη στην ψηφοθηρική συναλλαγή και στον κομματοκρατούμενο συνδικαλισμό, αυτήν που ταυτίζει το κόμμα με το κράτος, τότε χρειάζεται, πράγματι, να ανησυχούμε! Διότι αυτή η πολιτική πραγματικότητα ζει, δυστυχώς, και βασιλεύει, μπροστά μας, ακέραια, ως κακέκτυπη και κακομοιριασμένη απομίμηση ενός παρηκμασμένου, αποστεωμένου και παλαιοκομματικού πολιτικού συστήματος.

Αυτή η πολιτική πραγματικότητα είναι που μας κρατά, μαζί με το χρέος και την υποθηκευμένη για έναν αιώνα δημόσια περιουσία μας, αιχμαλώτους μιας μη κανονικής κανονικότητας. Με ένα χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα και με μια υπερχρεωμένη δημόσια και ιδιωτική οικονομία, με έναν ανούσιο, διχαστικό και πολωτικό, πολιτικό λόγο, που αποκλείει κάθε είδους συναίνεση, η μόνη ρεαλιστική ελπίδα που διαγράφεται μπροστά μας είναι η συνέχιση της μνημονιακής κανονικότητας, ακόμη και χωρίς μνημόνιο.

Η χώρα χρειάζεται κάτι βαθύτερο από μια απλή έξοδο από το μνημόνιο για να στεριώσει. Εχει ανάγκη από μια ριζοσπαστική μετα-μεταπολιτευτική κανονικότητα, παρά από μια μεταμνημονιακή, απλώς, κανονικότητα.

Μπορεί, ως εκ θαύματος, να εμφανιστεί ενός Ελληνας Μακρόν! Ποιος ξέρει;

* Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ