Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η «ατυχής» γενιά του 1990

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«​Εμείς τουλάχιστον ζήσαμε κάποια καλά χρόνια». Είναι κάτι που ακούω συχνά από συνομηλίκους μου καθώς και από μεγαλύτερους, όταν η συζήτηση φθάνει σε μια βιαστική αποτίμηση της ζωής. Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση μιας βαθιάς τομής ανάμεσα στις γενιές με αφετηρία την εμπειρία των ευκαιριών, της προσδοκίας και των απολαβών. «Ο γιος μου είναι 32 και ζει ακόμη μαζί μας», ακούω. «Την καριέρα την κάνεις ανάμεσα στα 30 και στα 40. Μετά, πάει... τι θα κάνουν όλα αυτά τα παιδιά;».

Η κοινή, πλέον, στενοχώρια γονέων είναι γενικευμένη και διάχυτη, γι’ αυτό οι όποιες εξαιρέσεις (μια πρόσληψη με αξιοπρεπείς συνθήκες, μια ευκαιρία στο εξωτερικό) προκαλούν διθυραμβικά σχόλια. Δεν ξέρω πώς είναι να μεγαλώνεις και να θέλεις να ανοίξεις τα φτερά σου αλλά να μην υπάρχει χώρος. Είναι το πιο μεγάλο, ίσως, πρόβλημα της κοινωνίας. Να μεγαλώνουν, δηλαδή, γενιές και να βλέπουν κλειστές πόρτες ή έστω χαραμάδες. Υπάρχει και το άλλο. «Η κόρη μου είναι 30 ετών», μου έλεγε ένας κύριος που κάνει όλες τις δουλειές σε δύο προαστιακές πολυκατοικίες, από γενική επιστασία έως μαστορέματα. «Σπούδασε τουριστικά και δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Τελικά βρήκε σε ένα τουριστικό γραφείο». Εκεί, δουλεύει τέσσερις ώρες την ημέρα και αμείβεται με 250 ευρώ. «Πότε θα γίνουν έξι ώρες όπως σου είχαν πει στην αρχή;», μου λέει ότι ρωτάει την κόρη του που δουλεύει ήδη ένα χρόνο. «Μου είπαν να κάνω υπομονή», είναι η απάντηση.

Αυτή η «υπομονή» έχει, π.χ., αίσια έκβαση όταν ένας νέος ή μια νέα 30 ετών φθάνει να αμείβεται με 500 ευρώ και αυτό να θεωρείται προνόμιο. Παρ’ όλα αυτά, το μέγα ζήτημα της «ατυχούς» γενιάς μοιάζει να είναι περισσότερο το κοινό μυστικό χιλιάδων οικογενειών παρά μια μείζων εθνική υπόθεση. Αναρωτιέται κανείς πώς θα είναι η ελληνική κοινωνία όταν οι σημερινοί, παραγωγικοί, κατά το δυνατόν, πενηντάρηδες θα έχουν σταματήσει να συμβάλλουν και η μηχανή της κοινωνίας θα είναι στα χέρια των σημερινών νέων, οι περισσότεροι από τους οποίους περνούν, ακουσίως, τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους με βοήθεια από τους γονείς, με ταμείο ανεργίας, με μισθό 300 ευρώ ή με όνειρο για το εξωτερικό. Παράλληλα, καλλιεργούνται από πάνω προς τα κάτω η μαλθακότητα, η παραίτηση, η συμφιλίωση με τον κλειστό ορίζοντα. Είναι μια διαρκής στρατολόγηση νέων στην αντίληψη του μίζερου αλλά ηρωικού κράτους.

Το μέλλον της «ατυχούς» γενιάς πρέπει να είναι το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα της κοινωνίας. Γιατί, καθώς οι σημερινοί τριαντάρηδες αγωνίζονται να βρουν τη θέση που θέλουν και που τους αξίζει στην κοινωνία, έρχονται από πίσω οι εικοσάρηδες που φοιτούν ή που δουλεύουν όπως όπως. Χτίζεται μια κοινωνική ασφυξία, αλλά η αποσυμπίεση δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Να ανοίξουν δουλειές, να απελευθερωθεί η αγορά, να μειωθούν οι φόροι. Να ένα πραγματικά εθνικό αίτημα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ