ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εισφορές και ενέργεια, τα εμπόδια για επενδύσεις στην Ελλάδα

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Ο Γκέρχαρτ Κοχ συνέδεσε το υψηλό κόστος ενέργειας για την ελληνική βιομηχανία με τις επιπλέον χρεώσεις, τη φορολογία και τις καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις στην ενεργειακή αγορά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Eίναι δύσκολο να παραδεχθούμε ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ελκυστικός προορισμός για επενδύσεις με το υφιστάμενο υψηλό μη μισθολογικό κόστος, το υψηλό κόστος χρηματοδότησης αλλά και το υψηλό ενεργειακό κόστος». Αν και η εκτίμηση είναι προφανής, αποκτά άλλη βαρύτητα όταν εκφράζεται από τον άνθρωπο που εκπροσωπεί τον μεταποιητικό κλάδο της Ευρώπης και σε μια συγκυρία που η Ελλάδα αναζητεί επειγόντως δρόμο για την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Πρόκειται για τον πρόεδρο της Επιτροπής Βιομηχανίας της Business Europe, Γκέρχαρτ Κοχ, που βρέθηκε στην Αθήνα για να συμμετάσχει στην ετήσια συνεδρίασή της, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα κατόπιν πρόσκλησης του ΣΕΒ. Ο κ. Κοχ παραχώρησε χθες κοινή συνέντευξη Τύπου με τον εκτελεστικό αντιπρόεδρο του ΣΕΒ, Κωνσταντίνο Μπίτσιο, και τον γενικό διευθυντή του συνδέσμου, Ακη Σκέρτσο.

«Χρειάζεται μπόλικη δουλειά για τη μείωση του κόστους δανεισμού, του υπερβολικού μη μισθολογικού κόστους και του ενεργειακού κόστους, για να γίνει η Ελλάδα πιο ελκυστική για επενδύσεις», είπε ο κ. Κοχ και, κάνοντας τη σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τόνισε ότι το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία είναι 30% υψηλότερο και το κόστος δανεισμού κινείται στο 7%, όταν στις άλλες χώρες μπορεί κάποιος να δανειστεί με επιτόκιο 2% ή και λιγότερο. Ο κ. Κοχ συνέδεσε το υψηλό κόστος ενέργειας για την ελληνική βιομηχανία με τις επιπλέον χρεώσεις, τη φορολογία και τις καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις στην ενεργειακή αγορά, αφού, όπως είπε, «το κόστος παραγωγής της κιλοβατώρας στοιχίζει πάνω- κάτω το ίδιο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες».

Με τις εκτιμήσεις του κ. Κοχ ταυτίστηκε απόλυτα ο γενικός διευθυντής του ΣΕΒ, Ακης Σκέρτσος, ο οποίος τόνισε ότι «το ενεργειακό κόστος και το μη μισθολογικό κόστος είναι τα δύο σημεία όπου πονάει η ελληνική βιομηχανία». Μιλώντας για το μη μισθολογικό κόστος και την ανάγκη περιορισμού του, θέμα που έχει επανειλημμένως αναδείξει ο ΣΕΒ, ο κ. Σκέρτσος επεσήμανε ότι «οι επιχειρήσεις καταβάλλουν πολλά χρήματα που δεν καταλήγουν στην τσέπη των εργαζομένων αλλά στα δημόσια ταμεία, χωρίς να υπάρχει ανταποδοτικότητα».

Ο κ. Κοχ αναφέρθηκε στον ρόλο της βιομηχανίας για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και μίλησε για την ανάγκη μιας νέας δυναμικής από τον κλάδο για να μπει η βιομηχανία στον πυρήνα της Ε.Ε. «Δεν θα μπορέσει να υπάρξει ανάπτυξη σε τούτη τη χώρα αλλά και στην Ευρώπη χωρίς στιβαρή βιομηχανία», τόνισε χαρακτηριστικά, ενώ δεν έκρυψε τις ανησυχίες του από τον ανταγωνισμό τρίτων χωρών. Στη συνέντευξη τονίστηκε ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν με διπλάσιο ενεργειακό κόστος από τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ, ενώ εκφράστηκε η άποψη ότι η Ευρώπη θα πρέπει να είναι πιο προσεκτική πλέον και να εξετάζει ενδελεχώς τι ακριβώς έρχεται υπό τη μορφή ξένων επενδύσεων από την αλλοδαπή. Ο κ. Κοχ μίλησε για την ανάγκη ενός κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, επισημαίνοντας τον κίνδυνο –εάν αυτό δεν συμβεί– μεταφοράς των επιχειρήσεων σε χώρες όπου οριακά οι συνθήκες θα είναι καλύτερες. Ανέφερε μάλιστα το παράδειγμα μεγάλης χαλυβουργίας της Αυστρίας –χώρα από την οποία προέρχεται και δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο– η οποία μεταφέρθηκε στο Τέξας για να έχει χαμηλό ενεργειακό κόστος.

Στη συμβολή του τομέα της μεταποίησης στην ελληνική οικονομία και στην ανάγκη η Ελλάδα να κλείσει την «ψαλίδα» με τις χώρες της Ε.Ε., σε ό,τι αφορά τους στόχους για τη συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ, αναφέρθηκε ο κ. Μπίτσιος. Μίλησε για την κοινή προσπάθεια που ξεκίνησε ο ΣΕΒ με 27 συνδέσμους και την Ελληνική Παραγωγή, η οποία έχει καταλήξει σε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής με στόχο να γίνει πράξη η αύξηση της συνεισφοράς της βιομηχανίας στο ΑΕΠ στο 12%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ