Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Μήπως χάθηκε εντελώς το μέτρο;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τα σημάδια ήταν ανησυχητικά από την αρχή. Όχι, φυσικά, γιατί χάρη στους τρεις γενναίους δημοσιογράφους και στις δύο ιστορικές εκδόσεις της Νέας Υόρκης που τους έδωσαν βήμα (New York Times και New Yorker) ήρθε στην επιφάνεια η ιστορία του παραγωγού Χάρβεϊ Ουάινσταϊν, o οποίος φέρεται να κακοποιούσε σεξουαλικά, να εκφόβιζε και να χειραγωγούσε δεκάδες γυναίκες από τον χώρο της κινηματογραφικής βιομηχανίας και του θεάματος.

Έγιναν ανησυχητικά όταν, λίγες ημέρες μετά, ο Γούντι Άλεν κλήθηκε να προχωρήσει σε «διευκρινίσεις» γιατί προηγούμενη δήλωσή του σχετική με το θέμα δεν θεωρήθηκε από τα μέσα «επαρκώς» καταδικαστική για τον πρώην συνεργάτη του. Το «λάθος» του ήταν ότι, αφού χαρακτήρισε την υπόθεση θλιβερή τόσο για τα θύματα του Ουάινσταϊν όσο και για τον ίδιο τον παραγωγό, πρόσθεσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι «ακούμε συνεχώς χιλιάδες φανταστικές φήμες. Ορισμένες αποδεικνύονται αληθινές και ορισμένες –πολλές– είναι απλώς ιστορίες για την τάδε ή τον δείνα ηθοποιό. Αν ο κάθε άνδρας που κλείνει το μάτι σε μια γυναίκα στο γραφείο του πρέπει ξαφνικά να καλεί τον δικηγόρο του για να τον υπερασπιστεί, ούτε αυτό είναι καλό επίσης».

Προφανώς το timing δεν ήταν το καλύτερο, αλλά ο γνωστός σκηνοθέτης είπε μια αλήθεια. Πολύ πριν ξεσπάσει η θύελλα με τον Ουάινσταϊν, η κατάσταση σε εργασιακούς χώρους, πανεπιστήμια, κολέγια, γυμναστήρια ή αθλητικά κέντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειχνε να ξεφεύγει από κάθε λογικό όριο. Οποιαδήποτε κίνηση, έκφραση, χειρονομία ανάμεσα σε ενηλίκους, κάθε δήλωση ή κάθε αδέξιο υπονοούμενο, ένα mail καλωσορίσματος σε νέο συνάδελφο περισσότερο θερμό από το «κανονικό», τα πάντα μπορούν πλέον να παρεξηγηθούν και να σε στήσουν στον τοίχο.

Ο Γούντι Άλεν «επέστρεψε» με νέα δήλωση, προφανώς ύστερα από πιέσεις των ανθρώπων που χειρίζονται την επικοινωνία του, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει το ορμητικό ποτάμι της απώλειας ψυχραιμίας. Η 27χρονη Ντίλαν Φάροου, υιοθετημένη κόρη του Άλεν και της πρώην συντρόφου του Μία Φάροου, με μια νέα της εμφάνιση στην τηλεόραση επικαιροποίησε για πολλοστή φορά τις κατηγορίες περί σεξουαλικής κακοποίησης εναντίον του θετού της πατέρα. Οι κατηγορίες διατυπώθηκαν πρώτη φορά το 1992, όταν η Ντίλαν ήταν 7 ετών, αλλά τα αμερικανικά δικαστήρια αθώωσαν τον Γούντι Άλεν. Στην ανεπανόρθωτα δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα του Χόλιγουντ οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης φαίνεται πως δεν έχουν πια ιδιαίτερη σημασία. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί ηθοποιοί που είχαν κατά καιρούς παίξει σε ταινίες του Άλεν να προχωρούν τώρα σε δηλώσεις «μεταμέλειας», αποκηρύσσοντάς τον με καθυστέρηση μερικών ετών ή και δεκαετιών. Χρησιμοποιώντας μια ιστορία που κάνει πρωτοσέλιδα από το καλοκαίρι του 1992... Ορισμένοι, δε, σε έναν άτυπο διαγωνισμό αυτοεξευτελισμού, σπεύδουν να δωρίσουν την αμοιβή τους σε οργανώσεις κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης. 

Είναι φανερό ότι η «μπάλα» έχει χαθεί, κάτι που όλοι υποψιαζόμασταν διαβάζοντας τις πρωτοβουλίες των στούντιο να γυρίσουν εκ νέου ταινία όπου πρωταγωνιστούσε ο επίσης κατηγορούμενος Κέβιν Σπέισι, προκειμένου να διασώσουν επικοινωνιακά (και κυρίως εμπορικά) τη νέα τους παραγωγή. Σε αυτό το παλαβό περιβάλλον δεν ισοπεδώνεται μόνο η ψυχραιμία, αλλά και η έννοια της κοινής λογικής. Οι ιεροκήρυκες του νεοπουριτανισμού βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην πλαδαρή «δημοκρατία» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των fake news, στήνουν λαϊκά δικαστήρια, είναι πολύ αυστηροί με το χιούμορ (διαβάστε τις απίστευτες διακηρύξεις εικοσάρηδων για τα... ομοφοβικά «Φιλαράκια») και, κυρίως, μας ζητούν να μη σκεφτόμαστε. Προς το παρόν, πάντως, θριαμβεύουν.         ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ