Είναι το πιο ποθητό ενδυματολογικό πάτσγουορκ των τελευταίων σεζόν: ένας καταρράκτης από χρώματα και υφές, πασπαλισμένος με δαντέλα, παγέτες, στοιχεία από το ζωικό βασίλειο και την άφθονη φύση και ένα γνώριμο λογότυπο σε μεγάλα «κέφια». Η ατομική στυλιστική ελευθερία, όπου διασταυρώνονται τα όρια του θηλυκού και του αρσενικού, βρίσκεται στην καρδιά του νέου σύμπαντος του οίκου Gucci, το οποίο επιμελείται από το 2015 ο δημιουργικός «χείμαρρος» Αλεσάντρο Μικέλε.

Το οικείο σήμα «GG» -τα αρχικά του ιδρυτή της Gucci, Γκούτσιο Γκούτσι- δεν είναι πλέον αρκετό και το brand επιβάλλει σήμερα καινούργια ορολογία: «Guccify Yourself» αλλά και «Guccification» μεταξύ άλλων. Συγχρόνως, ο ιταλικός οίκος, που ανήκει στο δυναμικό του ομίλου Kering, ανεβαίνει στο βάθρο των επιχειρηματικών νικητών του 2017, κερδίζοντας τον τίτλο του πιο καυτού brand σε λίστες όπως εκείνη του Lyst Index για λογαριασμό της ιστοσελίδας Business of Fashion και οι λαστιχένιες Gucci παντόφλες θαλάσσης (με τιμή εκκίνησης τα 210 δολάρια για τους κυρίους) αποδεικνύονται ένα από πιο δημοφιλή προϊόντα της βιομηχανίας της πολυτέλειας παγκοσμίως. 

«O Αλεσάντρο είναι ο Στιβ Τζομπς της μόδας. Ξαφνικά όλοι μας επιθυμούμε να έχουμε ένα κομμάτι από κάθε νέα συλλογή του. Με την ίδια ανυπομονησία που αναμένουμε το λανσάρισμα του νέου iPhone κάθε χρόνο», λέει στο «Κ» ο influential Κώστας Βογιατζής, ιδρυτής της design ιστοσελίδας Yatzer. Ο Κ. Βογιατζής ανέλαβε πρόσφατα τον ρόλο του «local host», του οικοδεσπότη στη βραδιά των αποκαλυπτηρίων της συλλογής Cruise 2018 στην μπουτίκ του οίκου στην Αθήνα τον Δεκέμβριο. Η συλλογή είχε βρεθεί στο επίκεντρο της «υπόθεσης Gucci» πριν από περίπου έναν χρόνο, όταν ο Μικέλε και ο οίκος ζήτησαν την παραχώρηση του Παρθενώνα για την παγκόσμια πρεμιέρα της, αίτημα που αρνήθηκε τότε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. 

 


Δύναμη στο δέρμα. Από τη διαφημιστική καμπάνια της Gucci, Άνοιξη-Καλοκαίρι ‘18. © Artwork by Ignasi Monreal

 

Οικολογικό στρατηγείο

Στο μεταξύ, ο Μικέλε κινεί τα δημιουργικά νήματα από το νέο στρατηγείο του οίκου στο Μιλάνο. Το Gucci Hub καλύπτει έκταση 35.000 τ.μ. σε μια πρώην αεροναυτική μονάδα, έχοντας μετατραπεί σε ένα αειφόρο αρχιτεκτονικό κτίσμα με έμφαση στα «πράσινα» οικοδομικά υλικά. Το «ηθικό» δόγμα όμως δεν σταματάει εδώ, καθώς ο οίκος έχει υποσχεθεί τον τερματισμό της χρήσης αληθινής γούνας μέσα στο 2018. Σίγουρα μια εξέλιξη που χαροποιεί τους (με δυνατή οικολογική συνείδηση) millennial πελάτες του, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται ανάμεσα στους πάνω από 20 εκατ. «φίλους» του brand στο Instagram. Ούτως ή άλλως, ο κυβερνοχώρος, και ειδικά το Instagram, έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα παραγωγικός τόπος για τον Gucci, με ιδέες όπως το πρότζεκτ #GucciGram, όπου συναντιούνται καλλιτέχνες και φαν της τεχνολογίας και του brand. 

Όμως, και ο «φυσικός» κόσμος της εταιρείας δημιουργεί συνεχώς νέους πόλους έλξης. Με στίχους του Λαυρέντιου των Μεδίκων στον τοίχο και ένα μενού που συνδυάζει πατροπαράδοτες με αναπάντεχες προτάσεις υποδέχεται η 50θέσια Gucci Osteria τους πελάτες της στη Φλωρεντία. Το εστιατόριο βρίσκεται υπό τις γαστρονομικές διαταγές του σεφ Μάσιμο Μποτούρα (με τρία αστέρια Michelin για την Osteria Francescana στη Μοντένα) και είναι το νεότερο μέλος του Gucci Garden, του καινούργιου «σπιτιού» του οίκου στο Palazzo della Mercanzia, οίκημα του 14ου αιώνα, όπου φιλοξενούνται επίσης το μουσείο του οίκου, αίθουσες προβολών και εκθέσεων, αλλά και μια μπουτίκ υπό τη μορφή πολυτελούς μπαζάρ, με αποκλειστικά κομμάτια ρούχων, αξεσουάρ και ντεκόρ.

Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης, άλλωστε, γεννήθηκε ο οίκος όταν ο Γκούτσιο Γκούτσι άνοιξε ένα πρώτο, μικρό κατάστημα με δερμάτινα είδη το 1921. Ο χώρος της ιππασίας ήταν ο κεντρικός άξονας της αρχικής προσφοράς, πριν ο Γκούτσι επεκταθεί σε υποδήματα, γάντια και εσώρουχα. Στα χρόνια που ακολουθούν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οίκος δηλώνει την ταυτότητά του μέσα από το πράσινο-κόκκινο-πράσινο σήμα κατατεθέν του, ενώ το λογότυπο «GG» εμφανίζεται τη δεκαετία του ’60. Το 1993 o εγγονός του Γκούτσιο, Μαουρίτσιο, πουλάει το μερίδιό του στην εταιρεία στον όμιλο Investcorp έναντι 170 εκατ. δολαρίων. Ενάμιση χρόνο μετά πέφτει νεκρός από τα πυρά ενός πληρωμένου, από την πρώην γυναίκα του Πατρίτσια, δολοφόνου.

Στον οίκο βρίσκεται όμως ήδη από το 1990 ο Τεξανός σχεδιαστής Τομ Φορντ και η δεκαετία αποδεικνύεται μια περίοδος «σέξι» αναγέννησης για τον Gucci. Τα «χρυσά» εμπορικά αποτελέσματα οδηγούν το 1999 τους δύο «τιτάνες» της πολυτέλειας Μπερνάρ Αρνό (LVMH) και Φρανσουά Πινό (πρώην Pinault-Printemps-Redoute, νυν Kering) να αναμετρηθούν για την εξαγορά του πλειοψηφικού του πακέτου, με νικητή τον δεύτερο. 

 


Αποκλειστικά είδη για το σπίτι και την προσωπική γκαρνταρόμπα στην μπουτίκ-μπαζάρ του Gucci Garden.

 

Οικονομικός στυλοβάτης

Σήμερα ο Gucci είναι ο οικονομικός στυλοβάτης του ομίλου Kering και, σύμφωνα με το Forbes, νούμερο 47 στη λίστα με τα πιο πολύτιμα brands στον κόσμο. Οι πωλήσεις του ανέρχονται σε 4,7 δισ. δολάρια τον χρόνο, ενώ η εκτιμώμενη αξία του αγγίζει τα 12,7 δισ. δολάρια. Συνεργός του Μικέλε στην επιτυχία είναι ο διευθύνων σύμβουλος του Gucci, Μάρκο Μπιτσάρι, ο οποίος οδηγεί τον οίκο και στον στίβο του ηλεκτρονικού εμπορίου, με παράδοση, π.χ., προϊόντων σε 90 λεπτά σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Σάο Πάολο και το Τόκιο σε συνεργασία με την πλατφόρμα Farfetch.

Την ίδια στιγμή, ο Μικέλε, λάτρης των αξεσουάρ, των αντικών και των ποπ βίντεο του ’80, ο οποίος γεννήθηκε στη Ρώμη το 1972, σχεδιάζει κοσμήματα με vintage μοτίβα, όπως φίδια και τίγρεις, και με τιμές που κυμαίνονται από 15.000 έως 70.000 δολάρια. Συγχρόνως δουλεύει με τον Έλτον Τζον πάνω στα κοστούμια της τριετούς αποχαιρετιστήριας τουρνέ του 70χρονου καλλιτέχνη και βέβαια συνεχίζει τις συλλογές.

Στο μεταξύ, η κολεξιόν του Gucci για το φετινό καλοκαίρι είναι «ένας χάρτης με σημάδια, για να μάθουμε να ζούμε ποιητικά στον κόσμο, πηγαίνοντας πέρα από την τυποποιημένη μονοτονία του», σύμφωνα με τον οίκο. Το καλοκαιρινό κόνσεπτ του Μικέλε μεταφέρεται και μέσα από την «ουτοπική» διαφημιστική καμπάνια που φιλοξενεί την ψηφιακή ζωγραφική του Ισπανού Ινιάσι Μονρεάλ.

«Το γεγονός ότι όλες οι συλλογές του Μικέλε μοιάζουν μεταξύ τους είναι τελικά το μυστικό του για να δημιουργηθεί μια δική του “φυλή” στη μόδα, μέσα από έναν συνδυασμό του χθες και του σήμερα», σημειώνει ο Κ. Βογιατζής.

Παράλληλα, ο οίκος έλαβε άδεια για τη χρήση της ρωμαϊκής νεκρόπολης Alyscamps, στην Αρλ της Γαλλίας, ένα μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, που χρονολογείται από τον 4ο αιώνα μ.Χ., για την παρουσίαση της επόμενης συλλογής cruise, στις 30 Μαΐου.

«Πάντα προσπαθούσα να αναδείξω την ομορφιά, και αυτό είναι κάτι που ανήκει σε μια κατηγορία η οποία δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρη», σημειώνει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο περιοδικό Antidote. «Αν βρίσκεσαι στο ενδιάμεσο, είναι κάτι το ακαταμάχητο. Αν δεν είσαι ακριβώς όμορφος, αλλά και όχι ακριβώς χάλια, όχι ακριβώς άντρας ή γυναίκα. H ιδέα τού να εκφράζεις κάτι που δεν είναι πραγματικά άσπρο ή μαύρο, αλλά γκρι. Όπως είναι και η ίδια η ζωή. Αυτό που λέω πάντα είναι ότι δεν ανακάλυψα κάτι, έτσι ακριβώς είναι η ανθρωπότητα». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ