ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σκέψεις που έχουν πολλοί: να μπορούσαν να ζήσουν έστω και μία μέρα μόνο στο παρελθόν, να περπατήσουν, αόρατοι, ανάμεσα στο πλήθος, να παρατηρήσουν τα πάντα, να ρουφήξουν εικόνες, να δουν, να μυρίσουν, ν’ αγγίξουν. Απιαστο όνειρο, αλλά να, που υπάρχουν πένες σαν του Μίλτου Λιδωρίκη, ενός ανθρώπου που ήταν γεμάτος ζωή, που είχε ενδιαφέρον για κάθε τι που κάνει τη ζωή να αξίζει να τη ζήσεις, που είχε μνημονικό αλλά και πρόνοια να αφήσει για τους μελλοντικούς το χρονικό της Αθήνας που έζησε.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ μεγαλύτερη και ακριβότερη χειρονομία προς κάθε αθηναιολάτρη από τα απομνημονεύματα του Μίλτου (Μιλιτιάδη) Γ. Λιδωρίκη, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα με τον τίτλο «Εζησα την Αθήνα της Μπελ Επόκ» (εκδ. Polaris), με εκλεκτή επιμέλεια, και πρόλογο, του Γιώργου Χατζηδάκη.

Eίναι μια λεπτομερέστατη προσωπική μαρτυρία για την Αθήνα των νεανικών του χρόνων, δηλαδή για την Αθήνα του 1880, του 1890, του 1900 και του 1910, γραμμένη γύρω στο 1940, όταν ο Μίλτος Λιδωρίκης, βλέποντας σε προχωρημένη ηλικία, τη σάρωση του παλιού τρόπου ζωής στην Αθήνα, την εκδημία των πολλών φίλων του, τη θεαματική αλλαγή στα ήθη και στην κοινωνική ζωή, θέλησε να αφήσει το δικό του ίχνος, όχι από ναρκισσισμό αλλά από ανάγκη να μεταφέρει στους μελλοντικούς την αντικειμενική καταγραφή της καθημερινότητας στην Αθήνα της «μπελ επόκ».

Κρατώ, ως ιδιαιτέρως σημαντικό και ίδιον του χαρακτήρα του Μίλτου Λιδωρίκη, την επιθυμία του να περάσει στην αθανασία το πλήθος των φίλων του, των γνωστών, των οικείων, όλων των Αθηναίων, ανδρών και γυναικών, που ζούσαν την πόλη και της έδιναν χρώμα, ζωντάνια και παλμό. Και μαζί με τους αστούς, ο Μίλτος Λιδωρίκης δίνει φωνή σε κάθε λαϊκό τύπο της Αθήνας, στους αξέχαστους αμαξάδες, στους ταβερνιάρηδες, στους πλανόδιους, στις αρτίστες και σε κάθε μορφή που έκανε την Αθήνα μοναδική.

Αλλά πάνω από όλα, και αυτό είναι το πιο σημαντικό θα έλεγα, ο Μίλτος Λιδωρίκης, ο γεννημένος το 1871, με τη ζωή του να εκτείνεται ώς το 1951, ο άνθρωπος δηλαδή που είδε τη μικρή Αθήνα να γίνεται μεγάλη πόλη, που έζησε πολέμους και κατακλυσμιαίες μεταβολές, δεν νιώθει καμία ανάγκη να εξωραΐσει την πραγματικότητα.

Μιλάει με τη γλώσσα της αλήθειας, γι’ αυτό και ο λόγος του είναι τόσο συναρπαστικός.

Οι θρύλοι

Μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί, εμάς τους αδαείς του 2018 και τους ημιμαθείς «παντογνώστες», μέσα στα σπίτια των Αθηναίων της εποχής του Τρικούπη, κάμαρα προς κάμαρα, εξώθυρα προς εξώθυρα, μας παίρνει στους δρόμους της πρωτεύουσας, στο Σύνταγμα, στο Ζάππειο, στα Φάληρα και στην Κηφισιά. Δεν υπάρχει ίχνος ασάφειας ή άσκοπου λυρισμού. Ολα βρίσκουν τη θέση τους, όλα λέγονται για κάποιο λόγο, όλα έρχονται να δέσουν σε μια μεγάλη, πυκνή, ορμητική αφήγηση που φέρει όλα τα σπέρματα, τα νάματα και τους θρύλους της παλιάς Αθήνας.

Παλιά ήταν αυτή η Αθήνα και την εποχή που γράφει τις αναμνήσεις του ο Μίλτος Λιδωρίκης. Ανήκε στους παλιούς Αθηναίους, τους ανδρωμένους τον 19ο αιώνα, στους οπαδούς και φίλους του Χαρίλαου Τρικούπη, στους γλεντζέδες και στους άρχοντες του καλού κόσμου. Εκεί ανήκε ο Μίλτος Λιδωρίκης, αυτός που έμελλε να καταπιαστεί με χίλια δυο πράγματα, με πολιτική, με μουσική, με θέατρο, με διασκεδάσεις, με γραψίματα, με κοινωνική παρατήρηση. Ο ένας από τους γιους του, ήταν ο Αλέκος Λιδωρίκης, ο διάσημος δημοσιογράφος και συγγραφέας (ο άλλος γιος ήταν ο Γιώργος) και ο εγγονός του, γιος του Αλέκου, ο Μίλτος Λιδωρίκης, με το όνομα του παππού του, ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να μας δώσει τη βιογραφία αυτού του θαυμαστού προγόνου («Μίλτος Γ. Λιδωρίκης (1871-1951) – Ο Εύζωνας, ο Ρουμελιώτης, ο Αθηναίος, ο Θεατράνθρωπος», 2016).

Ετσι, πηγαίνει η αλυσίδα των Λιδωρίκηδων, γενιά τη γενιά, πλέκεται με την ιστορία της Αθήνας, με βαθιά ενσυναίσθηση για τον τόπο, την προσφορά, τη συνέχεια. Αλλά, αυτό που επέτυχε ο «παλαιός» Μίλτος Λιδωρίκης με τα απομνημονεύματά του είναι να μας καταστήσει κοινωνούς με τη μικροϊστορία, δοσμένης με ακριβέστατη λεπτομέρεια, και με όλη εκείνη την τύρβη του κόσμου, σε σημείο που η σκόνη και η λειψυδρία της Αθήνας να στεγνώνουν τον λαιμό. Ο Μίλτος Λιδωρίκης υπήρξε υιός του Γεωργίου Λιδωρίκη, βουλευτή και φίλου του Χαρίλαου Τρικούπη. Μητέρα του ήταν η Ερατώ, το γένος Δάρα. Υπήρξε αδελφός της πρόωρα χαμένης Ιουλίας, που πέθανε 20 χρόνων στον τοκετό και που την πένθησε όλη η Αθήνα, και φίλος όλων των εκλεκτών και μη μελών της αθηναϊκής κοινωνίας. Εζησε τα νιάτα του στο έπακρον. Τσαλακώθηκε στη ζωή, στα ξενύχτια, στις γυναίκες, στα θεάματα.

Πολυσχιδής

Αν θελήσει κανείς να του δώσει ιδιότητες, θα πει πως ο Μίλτος Λιδωρίκης ήταν θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός της δεκαετίας του 1890, βουλευτής το 1906 και το 1910, εθελοντής το 1897 και το 1912, ιδρυτής του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου, προσωπάρχης του Εθνικού Θέατρου.

Αλλά τι είναι όλα αυτά μπροστά στη φλέβα του δημιουργού που αισθάνεται δέσμιος, σε απόλυτο βαθμό, της ανάγκης να απελευθερώσει μνήμες, εμπειρία και βιώματα δεκαετιών;

Τον 19ο αιώνα, τα χρόνια ιδίως μετά το 1880, όταν η Αθήνα είχε κάπως «δέσει» ως πρωτεύουσα, η ζωή ήταν ανάμεσα στην Ομόνοια και στο Σύνταγμα. Η Αμαλίας, ήταν για περίπατο κάτω από τις πιπεριές, και μόνο λίγο πριν από το 1900 άρχισαν οι εξορμήσεις στα Φάληρα. Και η Κηφισιά, το αρχοντικό «χωριό», άρχισε να συγκεντρώνει εκδρομείς. Αλλά, ο Λιδωρίκης έμενε στην καρδιά της Αθήνας, στην οδό Πανεπιστημίου. Εκεί ήταν το αρχοντικό της οικογενείας, διώροφο, δίπλα στο Ιλίου Μέλαθρον, με μία λεύκα μπροστά, από τα λίγα δέντρα της τότε άνυδρης Αθήνας. Ενα αρχοντόσπιτο χτισμένο από τα χρόνια του Οθωνα, μάρτυρας όλης της κοινωνικής ζωής της «μπελ επόκ».

Ο Λιδωρίκης είναι σαφής όταν μιλάει για την υπανάπτυξη της Αθήνας. Γιατί, μπορεί ο ίδιος να ήταν αστός και να έμπαινε στα πιο μεγάλα σαλόνια, αλλά κυκλοφορούσε και έβλεπε και μας λέει για τη «βρωμούπολη» που ήταν η Αθήνα. Για τα σκουπίδια, για τα αναιμικά δεντράκια, για τη φοβερή σκόνη και την τρομερή έλλειψη νερού. Για τη σφαγή των ζώων έξω από τα χασάπικα, για τις φυσικές ανάγκες σε κάθε πόρτα και σε κάθε γωνιά, για την αποφορά των σωμάτων. Αλλά όλα αυτά όμως με μια ευωχία, με γλέντια και ξενύχτια, με χορούς και μουσικές, με μπιραρίες και θεάματα. Α, η ωραία Αθήνα που έζησε και γλέντησε ο Μίλτος Λιδωρίκης.

Aπό το ιταλικό θεατράκι στα πιο λαϊκά θεάματα

Η Αθήνα που έζησε ο Μίλτος Λιδωρίκης ανάμεσα στο 1880 και το 1910 είδε τη ζωή της να αλλάζει. Αρχισαν σιγά σιγά να φωτίζονται δρόμοι και κάποια μέγαρα με ηλεκτρικό φως, εμφανίστηκαν τα πρώτα αυτοκίνητα, οι Αθηναίοι απολάμβαναν τα θέλγητρα του Νέου Φαλήρου. Ο Λιδωρίκης μας πηγαίνει στο ιταλικό θεατράκι του και στα πιο λαϊκά παριλίσια θεάματα. Mου έμεινε η μορφή, ο βίος και η πολιτεία της Ζαν Νταράς, το αηδόνι του «Αντρου των νυμφών», «η γυναίκα που άφησε εποχή», χωρίς να είναι ωραία. «Ηταν, όμως, περισσότερο από ωραία», μας λέει ο Λιδωρίκης. Πού πήγαν όλα αυτά τα πάθη, οι λαθραίοι έρωτες, το άστρο τόσων γυναικών που ξεσήκωναν και ξενυχτούσαν τους Αθηναίους;

Ο Λιδωρίκης μας πηγαίνει στο Δημοτικό Θέατρο του Τσίλλερ, στο κοσμικό «Κλουμπ» της οδού Σταδίου, στον παλιό «Ζαχαράτο» (που αρχικά ήταν στη γωνία όπου άνοιξε αργότερα ο «Ελευθερουδάκης»), στα καφέ αμάν και στα καφέ σαντάν της Ομόνοιας, στα σαλόνια των αστών, στο σπίτι των Τρικούπηδων, όπου εκεί ο Λιδωρίκης μας μιλάει για την εκλεκτή δέσποινα των Αθηνών Σοφία Τρικούπη. Αλλά η Αθήνα τον συνεπαίρνει με τον παλμό της και τον ξαναρίχνει στα ατελείωτα ξενύχτια της. Μας πάει πάλι στο Σύνταγμα, στο αριστοκρατικό εστιατόριο «Καφέ ρεστοράν», με την εσωτερική αυλή, στη γωνία με τη σημερινή Καραγεώργη Σερβίας. Και από εκεί σε κάθε γωνιά της πόλης. Το ταξίδι δεν τελειώνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη