Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Η εθνική συνεργασία Τσίπρα - Μητσοτάκη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε έναν ιδεατό κόσμο, σε μια πραγματικά πατριωτική ελληνική πολιτική σκηνή –όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται ο γράφων– το θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ θα αντιμετωπιζόταν λίγο διαφορετικά.

Ο πρωθυπουργός θα καλούσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που τυχαίνει να είναι ένας φιλοευρωπαϊστής πολιτικός, γιος ρεαλιστή πρώην πρωθυπουργού –ο οποίος είχε τη διορατικότητα να υποστηρίξει από την αρχή μια σύνθετη ονομασία με χρονικό ή γεωγραφικό προσδιορισμό– όχι απλά για να τον ενημερώσει, αλλά για να ακούσει και τις δικές του σκέψεις και να συμφωνήσουν στους λεπτούς χειρισμούς που θα ήταν αναγκαίοι σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα. Θα δρούσαν με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και έχοντας ως στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τη χώρα, όχι τους ίδιους.

Θα συζητούσαν το δεδομένο σκηνικό που παρουσιάζεται σε αυτή τη συγκυρία –όχι σε άλλη– καθώς η γειτονική χώρα κινδυνεύει να διαμελιστεί και αυτό δεν συμφέρει κανέναν. Θα μιλούσαν για την ευκαιρία που προσφέρει η παρουσία του μετριοπαθούς Ζόραν Ζάεφ, σε αντίθεση με τον εθνικιστή προκάτοχό του Νίκολα Γκρούεφσκι. Και θα συμφωνούσαν ότι θα πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η διείσδυση της Τουρκίας στα Βαλκάνια.

Υπό αυτό το πρίσμα και με την υπευθυνότητα που επιβάλλουν οι ρόλοι τους, ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα χάραζαν μαζί με τους θεσμικά αρμόδιους συνεργάτες τους, τον υπουργό Εξωτερικών και τον τομεάρχη Εξωτερικών της Ν.Δ. –ό,τι και αν πιστεύει κανείς για τους κ. Κοτζιά και Κουμουτσάκο, κανείς δεν αμφισβητεί τις διπλωματικές τους γνώσεις– μια εθνική προσέγγιση.

Εχοντας διδαχθεί από την Ιστορία, στην προκειμένη περίπτωση την πρόσφατη και τα επανειλημμένα λάθη που έγιναν από το 1991 μέχρι σήμερα, θα συμφωνούσαν ότι για να μη χαθεί η ευκαιρία που παρουσιάζεται, δεν θα δημοσιοποιούσαν την ουσία της διαβούλευσης και συμφωνίας τους. Στο πλαίσιο αυτό θα σχεδίαζαν και τη διαχείριση των αντιδράσεων –αναμενόμενων, κατανοητών και σεβαστών– που θα υπήρχαν εντός της κυβέρνησης, στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία.

Θα συμφωνούσαν επίσης να αξιοποιήσουν, ο καθένας μέσω των δικών του διαύλων επικοινωνίας, τον χαμηλών τόνων Αρχιεπίσκοπο με τον οποίο θα αντάλλασσαν σκέψεις για τον πιο αποτελεσματικό χειρισμό ενός τόσο ευαίσθητου θέματος.

Βασική παράμετρος της συζήτησης θα ήταν ότι κανένας από τους δύο δεν θα επιχειρούσε να αξιοποιήσει πολιτικά τις όποιες δυσκολίες, εσωκομματικές ή ενδοκυβερνητικές, θα αντιμετώπιζαν τις εβδομάδες που θα ακολουθούσαν, μέχρι την επίτευξη του προσυμφωνημένου εθνικού στόχου, που δεν θα ήταν άλλος από το να εξασφαλίσουμε ως Ελλάδα την καλύτερη δυνατή συμφωνία. Στην περίπτωση του ονόματος, ένα καλύτερο από το «Δημοκρατία της Μακεδονίας», που λόγω της διχόνοιας και των δικών μας λαθών κατά το παρελθόν χρησιμοποιούν σήμερα σχεδόν οι πάντες.

Φυσικά, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Καμία ενημέρωση από τον πρωθυπουργό και σαφής πρόθεση πρόκλησης εσωκομματικής κρίσης στη Ν.Δ. και ταυτόχρονα σχεδιασμοί για αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος με στόχο τη μελλοντική συνεργασία με την Κεντροαριστερά.

Και από την πλευρά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μια αμυντική τακτική για να αποτρέψει τη διάσπαση της κόμματός του.

Δυστυχώς, δεν εκπλήσσουν οι κινήσεις των πολιτικών μας ηγετών. Με το ίδιο σκεπτικό ο γράφων ήλπιζε και ότι το 2010 οι πρώην συμφοιτητές και συγκάτοικοι στο πανεπιστήμιο, στη Βοστώνη, Παπανδρέου και Σαμαράς, θα είχαν συμφωνήσει για την από κοινού διαχείριση του μνημονίου, αλλά πού τέτοια πράγματα. Και εκεί διαίρεση, διχόνοια, και κομματική στόχευση. Είχε προηγηθεί η ίδια αρνητική συμπεριφορά από τον Παπανδρέου στον Καραμανλή στη διάρκεια του 2009, και ακολούθησε αυτή του Τσίπρα στον Σαμαρά το 2014, διανθισμένη με πιο ακραία ρητορική περί «μερκελιστών» κ.λπ.

Χαμένες ευκαιρίες, με τεράστιο κόστος για τη χώρα. Το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό. Μια ιστορία που δυστυχώς επαναλαμβάνεται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ