«Τη ζήλεψα τη ζωή σας!» του είπα αυθόρμητα μόλις τον είδα. Και χάρηκε, γιατί είναι περήφανος για τη διαδρομή του· σαράντα χρόνια στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και της ιστορίας, αυτήν που άλλοι έγραφαν με το αίμα τους, άλλοι με τα λόγια τους, άλλοι με μελάνι, ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας την έγραφε με τα «κλικ» του. «Στον βωμό της δουλειάς θυσίασα οικογένεια, θυσίασα πολλά, αλλά αυτό είναι ένα δείγμα τού ότι την αγαπούσα περισσότερο απ’ όλα. Και την αγαπώ μέχρι σήμερα, μου λείπει. Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτή τη δουλειά, ακούω ότι έχει συμβεί κάτι και θέλω να τρέξω με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι». Παρά τα 80 του χρόνια, ο κύριος Τέλης διατηρεί ευθυτενή κορμοστασιά, σθεναρή, σταθερή χειραψία, αποφασιστικό βάδισμα και λαμπερό βλέμμα. Έχει τον αέρα του ανθρώπου που έχει ταξιδέψει και έχουν δει πολλά τα μάτια του -ή, αν θέλετε, ο φακός του- και τη σεμνότητα που διακρίνει όσους εργάστηκαν σκληρά και ευσυνείδητα. Τα μάτια του είναι αεικίνητα, σαν να ψάχνει την επόμενη φωτογραφία.

 


Οι Μπιτλς στην Αράχωβα, δίπλα σε δύο Έλληνες μουσικούς.

 

Γεννήθηκε εν μέσω Κατοχής στις φτωχογειτονιές της Καισαριανής, ο βενιαμίν πέντε αδελφών. Η πείνα πήρε τον πατέρα του και η μητέρα του ξενόπλενε και ξενοσφουγγάριζε για ένα κομμάτι ψωμί, κατάφερε όμως να γλιτώσει τα παιδιά της από τον θάνατο της ασιτίας. Η τύχη τους τους έσωσε και από τα διασταυρούμενα πυρά στα χρόνια του Εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, θυμάται με νοσταλγία τη μετεμφυλιακή εποχή: «Βγαίναμε στη γειτονιά, παίζαμε ελεύθεροι στους δρόμους κυνηγητό, κρυφτό, τυφλόμυγα, μακριά γαϊδούρα, τσιλίκι και ποδόσφαιρο με μια αυτοσχέδια μπάλα, φτιαγμένη από μια παλιά νάιλον κάλτσα της μαμάς, παραγεμισμένη με άλλα κουρέλια». Τη γειτονιά, τους φίλους, τη μάνα, τις βραδιές που έπαιζαν Καραγκιόζη στην ταράτσα του σπιτιού ενός φίλου με εισιτήριο μία δραχμή θα ήθελε να είχε φωτογραφίσει αν είχε τότε μια μηχανή. Και την Αμερική, που ακόμη δεν έχει ξεχάσει τη γεύση και τη μυρωδιά της. Εκεί βρέθηκε αφότου πέρασε δύο χρόνια με την αδερφή και τον γαμπρό του στη Βραζιλία. Έμεινε στην Αμερική μία τριετία, πρώτα στο Σιάτλ και μετά στο Σακραμέντο της Καλιφόρνια, και είχε σκοπό να επιστρέψει εκεί μετά το στρατιωτικό του. Η μητέρα του όμως, στην προσπάθειά της να τον κρατήσει κοντά της, είχε την ιδέα να ζητήσει από τον γείτονά τους Κλεισθένη Δασκαλάκο, φωτορεπόρτερ και συνεταίρο σε ένα από τα καλύτερα φωτογραφικά πρακτορεία της Αθήνας, την  Ένωση, να του μάθει τη δουλειά. Πήγε για να κάνει το χατίρι στη μητέρα του και ανακάλυψε τη μεγάλη αγάπη της ζωής του, τη φωτογραφία.

Στο Associated Press

Τα γραφεία της Ένωσης ήταν στην πλατεία Καρύτση, δίπλα στο συγκρότημα Λαμπράκη. Τρία χρόνια έμεινε εκεί, συνεργάστηκε με όλους τους γνωστούς έως σήμερα ρεπόρτερ -Κακαουνάκη, Κουίκ, Δημαρά, Χαρδαβέλλα κ.ά.-, φωτογραφίζοντας δημοφιλείς Έλληνες καλλιτέχνες του πενταγράμμου και του κινηματογράφου και καλύπτοντας γεγονότα όπως τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά και θεατρικές παραστάσεις. Το μεγάλο επαγγελματικό βήμα έγινε τον Σεπτέμβριο του 1964, όταν «μετακόμισε» στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press. «Από την αρχή κατάλαβα ότι έμπαινα σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, υψηλότερου επιπέδου, με καλύτερες συνθήκες εργασίας. Με την ταυτότητα του ξένου ανταποκριτή όλοι με είχαν σε μεγαλύτερη εκτίμηση απ’ ό,τι τους Έλληνες συναδέλφους μου». Τις ημέρες που δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο γεγονός περνούσε στον ώμο δύο μηχανές, τη μία με ευρυγώνιο φακό, την άλλη με ζουμ, και ανηφόριζε προς Πλάκα και Ακρόπολη, ψάχνοντας για εικόνες που θα ενδιέφεραν το γραφείο στο Λονδίνο.

 


Ο Σαρρηκώστας εκτελώντας χρέη αμαξά για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης με την Τζένη Καρέζη.

 

Λίγους μήνες μετά ξεκίνησε ο Ανένδοτος του Γεωργίου Παπανδρέου και οι καθημερινές διαδηλώσεις τον κρατούσαν απασχολημένο, καθώς το ενδιαφέρον στο εξωτερικό ήταν έντονο. Κάπως έτσι βρέθηκε στη σκηνή της δολοφονίας του Σωτήρη Πέτρουλα. Στη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και δυνάμεων ασφαλείας έπεσε και ο ίδιος θύμα ξυλοδαρμού από έναν αστυνομικό. Ήταν η πρώτη αλλά όχι η τελευταία φορά που απειλήθηκε η ζωή του. «Είναι μέσα στο επάγγελμα αυτά», λέει με την απάθεια που, όπως παραδέχεται, εξοργίζει ακόμη τη σύζυγό του. «Βρέθηκα κοντά στον θάνατο αμέτρητες φορές και, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, είχα κοστολογήσει τη ζωή μου 3 δραχμές, όσο το κόστος μιας σφαίρας». Ήταν αποφασισμένος να κάνει τη δουλειά του, να τραβήξει τη φωτογραφία. «Δεν με σταματούσαν οι δυσκολίες, δεν σκεφτόμουν τους κινδύνους. Ήμουν και απερίσκεπτος και τσαμπουκάς όταν χρειαζόταν. Ακόμα και όταν κάποιος μας απαγόρευε την είσοδο, θα έβρισκα τον τρόπο να μπω κρυφά».

Ποτέ «στημένες»

Ο μόνος του «περιορισμός» ήταν πάντα η δεοντολογία, απεχθανόταν τις «στημένες φωτογραφίες», ενώ έβαζε τον σεβασμό προς τον άνθρωπο πάνω από τα χρήματα που θα του απέφερε μια «πιπεράτη» εικόνα.

Κατά τη διάρκεια της Επταετίας, τόσο η ζωή του όσο και η ηθική του έπρεπε να ξεπεράσουν πολλούς κινδύνουν και προκλήσεις. Βρέθηκε στους δρόμους της Αθήνας από τις πρώτες ώρες της επιβολής της δικτατορίας και δεν σταμάτησε να φωτογραφίζει στιγμές της καθημερινότητας και της πολιτικής ζωής μέχρι την πτώση των συνταγματαρχών. Ήταν εκεί στην κηδεία του Γέρου της Δημοκρατίας, αλλά και σε αυτήν του Γιώργου Σεφέρη, στο στρατοδικείο κατά τη διάρκεια της δίκης του Αλέξανδρου Παναγούλη, αλλά και στην εξόδιο ακολουθία λίγα χρόνια αργότερα.

Οι σημαντικότερες φωτογραφίες του, όμως, είναι για τον Τέλη Σαρρηκώστα αυτές που τράβηξε κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Πολυτεχνείου, τους φοιτητές στα παράθυρα και στα κάγκελα του ιδρύματος, τους άνδρες των δυνάμεων ασφαλείας, το τανκ και την είσοδό του στο Πολυτεχνείο. Εκείνες τις ημέρες συνέβη και κάτι που δεν φωτογράφισε ποτέ και το έχει μετανιώσει: «Τη βραδιά του Πολυτεχνείου, κατόπιν παρακλήσεως του εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, πήδησαν από τα παράθυρα της Στουρνάρη μερικά παιδιά. Μόλις πάτησαν στο πεζοδρόμιο, οι αστυνομικοί τούς στοίχισαν σε δυάδες με τα χέρια στο κεφάλι και, μόλις έστριψαν στην Πατησίων, έφαγαν το ξύλο της ζωής τους. Είδα κάποια στιγμή από τη γωνία όπου στεκόμουν έναν φοιτητή να έχει πέσει κάτω με ματωμένο κεφάλι και μια φοιτήτρια να έρχεται να τον προστατεύσει και να την πιάνουν κι αυτή και να αρχίζουν να τη χτυπούν. Αλλά μόλις πήγα να φωτογραφίσω, είδα τα μάτια των ανδρών ασφαλείας πάνω μου και ήξερα ότι θα με έδιωχναν και δεν θα μπορούσα να φωτογραφίσω τα γεγονότα της υπόλοιπης βραδιάς, οπότε κατέβασα την κάμερα».

Άγνοια κινδύνου

Συνέχισε να εργάζεται ακατάπαυστα και ακούραστα, απαθανατίζοντας πολλές ακόμα σημαντικές στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1974, την άφιξη του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα, τη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη κ.ά.

 


Η Μάργκαρετ Θάτσερ με τον σύζυγό της Ντένις στην Ακρόπολη.

 

Με την ίδια ζέση και άγνοια κινδύνου κάλυψε και γεγονότα σε εμπόλεμες ζώνες σε όλο τον κόσμο, τον πόλεμο των έξι ημερών μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου, την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο και τον εμφύλιο στη χώρα, τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, τις συγκρούσεις στην Παλαιστίνη. Πίσω στην Ελλάδα, ο φακός του «ζούμαρε» στα θύματα της εγχώριας τρομοκρατίας, αλλά και στον τόπο τραγικών δυστυχημάτων. «Πολλοί δεν αντέχουν, αλλά εμένα με κράτησε η αγάπη γι’ αυτή τη δουλειά και η δράση, το ότι ήμουν εκεί στα μεγάλα γεγονότα, το ότι από τα χέρια μου περίμεναν εκατομμύρια να μάθουν και να δουν τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στον κόσμο. Το να έχεις τη δυνατότητα να είσαι πρώτος, να βλέπεις, να φωτογραφίζεις και να φέρνεις στα μάτια του κόσμου, εκατομμυρίων αναγνωστών, αυτά που εσύ είδες πρώτος για μένα ήταν κάτι σπουδαίο, πολύ όμορφο», λέει με υπερηφάνεια και νοσταλγία. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ