ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενα στα δύο νοικοκυριά έχει κύρια πηγή εισοδήματος τη σύνταξη

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο σημείο που οι αριθμοί ξεκίνησαν να ευημερούν, αλλά οι πολίτες της χώρας στερούνται ακόμη και βασικά αγαθά όπως η υγεία, βρίσκεται στις αρχές του 2018 η ελληνική κοινωνία. Η καθήλωση των εισοδημάτων σε χαμηλά επίπεδα για την πλειονότητα των νοικοκυριών όχι μόνο υποβαθμίζει το επίπεδο διαβίωσης αλλά ταυτόχρονα διευρύνει τις ανισότητες στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την έκτη έρευνα εισοδήματος και δαπανών νοικοκυριών της ΓΣΕΒΕΕ (Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας), τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζονται να έχουν χαμηλές προσδοκίες ωσάν να έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους.

Και η αύξηση, έστω και οριακή, της κατανάλωσης –θα αναρωτηθεί εύλογα κάποιος– πώς εξηγείται; Το φαινομενικά παράδοξο έχει εξήγηση. Οπως επισήμανε ο κ. Δημήτρης Μπίμπας από το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), πράγματι το τελευταίο διάστημα ένα τμήμα των νέων έχει εισέλθει στην αγορά εργασίας, το οποίο αμείβεται όμως με μισθούς το πολύ 400 ευρώ. Τα χρήματα αυτά δεν αρκούν ούτε για αποταμίευση ούτε φυσικά για ενοίκιο. Είναι στην πραγματικότητα «χαρτζιλίκι» που πηγαίνει κατευθείαν στην κατανάλωση.

Αλλωστε, κύρια πηγή εισοδήματος για ένα στα δύο νοικοκυριά (50,9%) παραμένει η σύνταξη. Οπως επισημαίνει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ «η σύνταξη λαμβάνει χαρακτηριστικά στοιχεία υποκατάστατου κοινωνικής προστασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ο δείκτης φτώχειας θα ανερχόταν στο 52,9% του πληθυσμού».

Η λιτότητα βιώνεται πλέον ως μόνιμη κατάσταση και όχι ως έκτακτο και παροδικό γεγονός από την πλειονότητα των νοικοκυριών. Στην τελευταία έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ (πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 2017) το 34,3% των νοικοκυριών δηλώνει ότι θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του με μηνιαίο εισόδημα έως 1.000 ευρώ έναντι 29,5% το 2016. Στο στοιχείο αυτό αποτυπώνονται αφενός οι χαμηλές προσδοκίες και αφετέρου η περικοπή δαπανών ακόμη και για βασικά αγαθά όπως η υγεία. Πέρα από το γεγονός ότι το 61,3% δήλωσε ότι το 2017 δαπάνησε λιγότερα χρήματα σε σύγκριση με το 2016 για την αγορά ρούχων και το 48,3% μείωσε τα χρήματα που έδινε για διασκέδαση εκτός σπιτιού, υπάρχει κι ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό, 47,8%, που δήλωσε ότι λόγω της οικονομικής στενότητας δεν μπόρεσε το 2017 ή καθυστέρησε να κάνει μια απαραίτητη για την υγεία του θεραπεία ή επέμβαση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα νοικοκυριά σε ποσοστό 73,2% θεωρούν την υγεία τον τομέα στον οποίο πρέπει να δώσει βαρύτητα η κυβέρνηση, προκειμένου οι πολίτες να αισθανθούν ότι οι φόροι που πληρώνουν έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα.

Το 19,6% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, ενώ το 31,1% δηλώνει ότι έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές στις τράπεζες. Το 25% δηλώνει ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί το 2018 στις φορολογικές υποχρεώσεις, ενώ μεγαλύτερο ποσοστό, το 32,2%, δηλώνει αδυναμία σε ό,τι αφορά τις δανειακές υποχρεώσεις το τρέχον έτος. Η διαφορετική αντιμετώπιση σε ό,τι αφορά την κάλυψη των υποχρεώσεων –πληρωμή κατά προτεραιότητα της εφορίας έναντι των τραπεζών– σχετίζεται πιθανότατα με το γεγονός ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων φυσικών προσώπων έχει γίνει τα τελευταία χρόνια από το Δημόσιο, όχι όμως από τις τράπεζες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ