ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι τρεις πληγές της ελληνικής βιομηχανίας

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης στα χρόνια της κρίσης υποχρέωσε τις ελληνικές επιχειρήσεις –και τις βιομηχανίες– να στραφούν σε ξένες αγορές προκειμένου να επιβιώσουν. Πολλές εξέτασαν τη δυνατότητα, μερικές το αποτόλμησαν και κάποιες, οι πιο νοικοκυρεμένες, με το καλύτερο μάνατζμεντ και με τα ανταγωνιστικότερα προϊόντα τα κατάφεραν. Η επιτυχία τους ισοδυναμεί με άθλο δεδομένων των συνθηκών. Κατά την περίοδο της κρίσης, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων βελτιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά εξαιτίας της μείωσης των μισθών. Την ίδια ώρα, ωστόσο, άλλοι παράγοντες που διαμορφώνουν καθοριστικά το κόστος λειτουργίας τους επιδεινώθηκαν εξουδετερώνοντας το όφελος από τη μείωση των μισθών. Το μη μισθολογικό κόστος στην εργασία, δηλαδή οι φόροι και οι εισφορές, αυξήθηκε. Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά, καθώς αποδεικνύουν αφενός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χώρες που έχουν σημαντικά υψηλό μη μισθολογικό κόστος, μεταξύ 40% και 38,3% του μέσου εισοδήματος, αφετέρου ότι μεταξύ 2015-2016 υπήρξε σημαντική αύξηση της τάξεως της 1,06 ποσοστιαίας μονάδας.

Σταθερά υψηλότερο έναντι των ανταγωνιστών τους είναι το ενεργειακό κόστος. Η βιομηχανία, ειδικά η εξωστρεφής, όπως και όλοι οι καταναλωτές, καλείται να πληρώσει το τίμημα της στρεβλής απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, αλλά και των μικροπολιτικών επιλογών σε σχέση με τον επιμερισμό των δαπανών για Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) και τις επιδοτήσεις για τη στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ετσι, καταλήγει να πληρώνει κατά 30% πάνω από τους ανταγωνιστές της στην Ευρώπη το κόστος ενέργειας, όταν το αντίστοιχο για την ευρωπαϊκή ενεργοβόρο βιομηχανία είναι διπλάσιο από τις ΗΠΑ και 20% πάνω από την Κίνα.

Ολα αυτά τα χρόνια επίσης, η χρηματοδότηση των ελληνικών βιομηχανιών είναι ελλιπής και πολύ ακριβή, ενώ οι ανταγωνιστές τους, εξαιτίας της χαλαρής νομισματικής πολιτικής (χαμηλά επιτόκια, ποσοτική χαλάρωση κ.λπ.) των κεντρικών τραπεζών σε όλο σχεδόν τον πλανήτη, έχουν άφθονη ρευστότητα με σχεδόν μηδενικό κόστος.

Κάποιες ελληνικές επιχειρήσεις μετέφεραν την έδρα τους στο εξωτερικό για να παίρνουν δάνεια με επιτόκια που δεν επιβαρύνονται από το ρίσκο της χώρας, το «πανωτόκι» δηλαδή που τους χρεώνουν οι αγορές μόνο και μόνο επειδή είναι ελληνικές. Χωρίς ρευστότητα και σε καθεστώς capital controls, οι ελληνικές υγιείς επιχειρήσεις είναι ο «φτωχός συγγενής» της Ευρωζώνης, στην οποία η ρευστότητα είναι άφθονη. Το έλλειμμα ρευστότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις υπολογίζεται σε περίπου 45 δισ., καθώς η χρηματοδότηση από τα 133 δισ. στις αρχές του 2009, υποχώρησε στα 89 δισ. στα τέλη του 2017. Το μέσο επιτόκιο δανεισμού είναι έως και τρεις φορές πάνω από το μέσο επιτόκιο της Ευρωζώνης και οι λιγοστές επιχειρήσεις που έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση δανείζονται με μέσο επιτόκιο 7%-8%, όταν το αντίστοιχο κόστος στην Ευρωζώνη είναι 2,5%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ