ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τροχοπέδη για την ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής οι αυξανόμενες εισφορές

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τροχοπέδη για την ταχύτερη επιστροφή της χώρας σε ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης, την άνοδο της βιομηχανικής παραγωγής αλλά και την αύξηση της απασχόλησης αποτελεί το συνεχώς αυξανόμενο μη μισθολογικό κόστος των ελληνικών επιχειρήσεων, το οποίο συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση του χρόνιου ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας. Η υπερφορολόγηση της εργασίας οδηγεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια στη μείωση των θέσεων εργασίας, στην αύξηση της ανεργίας και βέβαια στον δραματικό περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος. Η μισθωτή εργασία συρρικνώνεται, ενώ σε συνδυασμό με τις τελευταίες παρεμβάσεις στις εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολουμένων, επανέρχεται ο κίνδυνος συρρίκνωσης του παραγωγικού ιστού της χώρας, με αύξηση των λουκέτων αλλά και πολλαπλασιασμό των φαινομένων παράτυπης επιχειρηματικής δραστηριότητας, που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και καθιστά την Ελλάδα μη ελκυστική για επενδύσεις

Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά, καθώς αποδεικνύουν αφενός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χώρες που έχουν σημαντικά υψηλό μη μισθολογικό κόστος, μεταξύ 40% και 38,3% (ανάλογα το μέγεθος του νοικοκυριού) του μέσου εισοδήματος, αφετέρου ότι μεταξύ 2015 - 2016 υπήρξε σημαντική αύξηση της τάξεως της 1,06 ποσοστιαίας μονάδας.

Αναλυτικά δείχνουν ότι το 2016, ανά τις χώρες του ΟΟΣΑ, η μέση επιβάρυνση (φόρος εισοδήματος και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης) στα εισοδήματα των εργαζομένων ήταν 36%, μειωμένα κατά 0,07% σε σχέση με το 2015. Το 2016, τα μεγαλύτερα μέσα μη μισθολογικά κόστη για άγαμους εργαζομένους χωρίς παιδιά, που λάμβαναν τον μέσο μισθό της χώρας τους, ήταν στο Βέλγιο (54%), στη Γερμανία (49,4%), στην Ουγγαρία (48,2%) και στη Γαλλία (48,1%). Τα χαμηλότερα ήταν στη Χιλή (7%), στη Νέα Ζηλανδία (17,9%) και στο Μεξικό (20,1%).

Ειδικότερα, στην Ελλάδα για τον άγαμο χωρίς παιδιά, το μέσο μη μισθολογικό κόστος ανέρχεται στο 40,2% για οικογένειες με δύο παιδιά και έναν γονιό που εργάζεται στο 38,3%. Η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα προέκυψε τόσο από την αύξηση του φόρου εισοδήματος όσο και από την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων και των εργοδοτών. Μάλιστα, τα στοιχεία δείχνουν πως η επιβάρυνση προκύπτει κυρίως από τις εισφορές των εργοδοτών που αντιστοιχούν στο 19,9% του εισοδήματος και των εργαζομένων (στο 12,6%), ενώ ο φόρος εισοδήματος αντιστοιχεί στο 7,7%.

Υπερφορολόγηση της αγοράς εργασίας καταδεικνύουν και τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί ο ΣΕΒ, σύμφωνα με τα οποία όταν ένας μισθωτός αμείβεται λίγο καλύτερα από 1.000 ευρώ τον μήνα, το κράτος εισπράττει κοντά στο ήμισυ του συνολικού κόστους του εργοδότη. Για υψηλόμισθο στέλεχος εταιρείας το κράτος εισπράττει πάνω από 55% του συνολικού κόστους που καταβάλλει η επιχείρηση. Συγκεκριμένα, εργαζόμενος με μεικτές αποδοχές 1.100 ευρώ, εισπράττει καθαρά 869 ευρώ, ενώ κοστίζει στην επιχείρηση 1.370 ευρώ. Το κράτος εισπράττει 501 ευρώ, δηλαδή το 36,6 % του συνολικού κόστους. Για εργαζόμενο με μεικτές αποδοχές 2.500 ευρώ, το κόστος για τον εργοδότη είναι 3.114 ευρώ, ο εργαζόμενος εισπράττει 1.680 ευρώ, ενώ το κράτος 1.434 ή το 46 %. Για μεικτές αποδοχές 3.500 ευρώ, το μερίδιο του κράτους ανεβαίνει στο 509,8% και για 5.000 στο 55,4%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ