ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υψηλά επιτόκια και έλλειψη ρευστότητας «βύθισαν» επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το υψηλό κόστος χρήματος αποτελεί βασική πτυχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης, που για μια σχεδόν δεκαετία τώρα, καθιστά απαγορευτική την πρόσβαση των επιχειρήσεων στην τραπεζική χρηματοδότηση. Από το 2008 και μετά, όταν δηλαδή ξέσπασε η κρίση, έκλεισαν και οι κάνουλες ρευστότητας από την πλευρά των τραπεζών και οι ελληνικές επιχειρήσεις έχασαν ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματα της ένταξης στην Ευρωζώνη, που ήταν η φθηνή και άφθονη ρευστότητα.

Οι νέες χρηματοδοτήσεις έφτασαν στο ναδίρ και τα επιτόκια εκτοξεύθηκαν σε τριπλάσια επίπεδα σε σχέση με τα μέσα ευρωπαϊκά. Το απαγορευτικό κόστος χρήματος ήταν και η αιτία που πολλές μεγάλες και υγιείς ελληνικές επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, μεταφέροντας την έδρα τους –για όσες από αυτές ήταν εφικτό– στην καρδιά της Ευρωζώνης σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα. Αντίθετα, όσες δεν είχαν το μέγεθος ή τα χαρακτηριστικά μιας εξωστρεφούς παρουσίας, στραγγαλίστηκαν από τον υψηλό δανεισμό και τα υψηλά επιτόκια που εκτοξεύθηκαν τα τελευταία χρόνια, ακολουθώντας την υποβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας.

Χωρίς ρευστότητα και σε καθεστώς capital controls, οι ελληνικές υγιείς επιχειρήσεις είναι ο «φτωχός συγγενής» της Ευρωζώνης, στην οποία η ρευστότητα είναι άφθονη. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που δεν έχει επωφεληθεί από την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και είναι ουσιαστικά απούσα από την ευνοϊκή συγκυρία και την ανάκαμψη στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Το υψηλό κόστος χρήματος και η έλλειψη ρευστότητας από την πλευρά του τραπεζικού συστήματος, που «γονάτισε» με τη σειρά του υπό το βάρος των κόκκινων δανείων και της εκροής καταθέσεων, στέρησαν από την οικονομία πολύτιμους πόρους για επενδύσεις. Το παραγωγικό δυναμικό υποβαθμίστηκε και η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, στερούμενη τα αναγκαία κεφάλαια για επενδύσεις, υποχώρησε περαιτέρω. Το έλλειμμα ρευστότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις υπολογίζεται σε περίπου 45 δισ. ευρώ, καθώς η χρηματοδότηση από τα 133 δισ. ευρώ στις αρχές του 2009, υποχώρησε στα 89 δισ. ευρώ στα τέλη του 2017. Το μέσο επιτόκιο δανεισμού είναι έως και τρεις φορές πάνω από το μέσο επιτόκιο της Ευρωζώνης και οι λιγοστές επιχειρήσεις που έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση δανείζονται με μέσο επιτόκιο 7%-8%, όταν το αντίστοιχο κόστος στην Ευρωζώνη είναι κοντά στο 2,5%.

Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται στην τελευταία εξαμηνιαία έκθεση της ΕΚΤ για τις συνθήκες χρηματοδότησης, η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα στην οποία η πρόσβαση σε χρηματοδότηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) αποτελεί μεγάλο πρόβλημα. Ετσι, ενώ στην υπόλοιπη Ζώνη του Ευρώ τα μεγαλύτερα προβλήματα των ΜμΕ είναι η εξεύρεση πελατών (24%) και η εξεύρεση κατάλληλου προσωπικού (23%), η πρόσβαση σε χρηματοδότηση είναι το μικρότερο εμπόδιο που αντιμετωπίζει η μέση ευρωπαϊκή ΜμΕ (8%). Αντίθετα, στην Ελλάδα, αν και μειωμένο σε ένταση, το πρόβλημα αυτό παραμένει το μεγαλύτερο για τις ΜμΕ, με το 23% αυτών να το αναφέρουν ως το μεγαλύτερο πρόβλημα (από 27% στην προηγούμενη έρευνα). Αν και το ποσοστό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα που δεν προβαίνουν σε αίτηση για δάνειο, καθώς θεωρούν πιθανή την απόρριψή της, υποχωρεί (22,4% αντί 28,1% το προηγούμενο εξάμηνο), το ποσοστό αυτό παραμένει το υψηλότερο της Ζώνης του Ευρώ (5,4% για τον μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ). Παράλληλα, το ποσοστό των ελληνικών ΜμΕ που δεν αιτούνται δάνειο γιατί έχουν επάρκεια εσωτερικών πόρων χρηματοδότησης παραμένει το χαμηλότερο της Ζώνης του Ευρώ (27,2% από 24,3% το προηγούμενο εξάμηνο και 43,2% για τον μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ).

Αντίστοιχα, υποχωρεί το ποσοστό των αιτήσεων για δάνεια που απορρίπτονται στην Ελλάδα (16% από 18,2% το προηγούμενο εξάμηνο), αλλά και πάλι το σχετικό ποσοστό είναι το υψηλότερο της Ζώνης του Ευρώ (μέσος όρος 4,8%).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ