Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Δημήτρης Καμμένος: Σεντόνια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Μπορεί να συμβεί και στα καλύτερα ζευγάρια. Ξυπνούν ένα πρωί και είναι σαν να ξυπνούν από πολυετή λήθαργο. Κοιτούν ο ένας τον άλλον με αποτροπιασμό και απορούν. Μα, πώς βρεθήκαμε εδώ; Αυτό φαίνεται να έχουν πάθει και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Νιώθουν ένα ξένο, κρύο πόδι να τους ακουμπάει. Μισοξυπνούν. Και συνειδητοποιούν έντρομοι ότι τόσα χρόνια πλάγιαζαν στα ίδια σεντόνια με τον Δημήτρη Καμμένο. Eβαζε ο ένας τα πλυντήρια του άλλου. Κατέβαζαν τα σκουπίδια εναλλάξ. Και τώρα βρίζονται σαν να μη γνωρίζονται.

Εντάξει, η πρώτη εξήγηση είναι εύκολη. Επιτιθέμενοι στον έναν Καμμένο, οι Συριζαίοι κάνουν το αριστερό τους καθήκον χωρίς να χρειάζεται να θίξουν τον άλλον Καμμένο. Είναι μια σκηνοθεσία –ένα ραντεβού στα πρωινάδικα– που την έχουν βαρεθεί μέχρι και τα παράθυρα στα οποία εκτυλίσσεται.

Ο Φίλης, ας πούμε, προχθές διαπίστωσε ότι «ο Δημήτρης Καμμένος ρέπει προς την άκρα δεξιά». Αλήθεια; Από πότε; Του έριξαν προχθές μακεδονίνη στο ποτό; Ή μήπως είχε τη «ροπή» από τότε που δημοσίευε αντισημιτικά και ομοφοβικά τουίτ;

Ολες οι φυλές του ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψαν ότι έχουν έναν νέο πολιτικό εχθρό. Τον λένε «εθνικολαϊκισμό». Αξίζει κανείς να θυμηθεί πότε και για ποιον λόγο χρειάστηκε να υιοθετήσουμε στον δημόσιο λόγο αυτό τον κακόηχο σιδηρόδρομο. Γιατί δεν μας ήταν αρκετός σκέτος ο εθνικισμός και ξέχωρα ο λαϊκισμός; Ποια πραγματικότητα επέβαλε τη σύνθετη ονομασία;

Ηταν η πραγματικότητα της ώσμωσης του παλιού, αριστερόστροφου λαϊκισμού –που υποσχόταν διανομή του πλούτου χωρίς να ενδιαφέρεται για την παραγωγή του– με τον σοβινισμό της αδικημένης, αυτοθυματοποιημένης πατρίδας που πέφτει αιωνίως θύμα συνωμοσιών. Ο «εθνικολαϊκισμός» μας χρειαζόταν για να περιγράψει την ταύτιση αυτών των δύο παλαιών ρευμάτων στην απονομιμοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – στην καταγγελία της «αποικίας χρέους» που την κυβερνούσε η «πέμπτη φάλαγγα της τρόικας», οι «γερμανοτσολιάδες».

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε, έτσι, ενσωματώσει τους Καμμένους προτού κυβερνήσει μαζί τους. Είχε δανειστεί από τον δικό τους κλάδο της Δεξιάς τη ρητορική της «εθνικής υπερηφάνειας» για να φτιάξει το αντισυστημικό του μείγμα. Είχε βρει τον εταίρο του στον δρόμο, προτού τον νυμφευθεί στο Κοινοβούλιο.

Αν έχει νόημα να θυμίζει κανείς αυτή την υπερφωτισμένη συγχώνευση δεν είναι για να αναμασήσει το ανάθεμα της κωλοτούμπας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ένα εθνικολαϊκιστικό κόμμα που μεταστράφηκε. Παραμένει ένα κόμμα που διαφημίζει την έξοδο από το πρόγραμμα ως «ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας». Χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί ως όπλο τον διχασμό. Χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί ως στύλο τους ΑΝΕΛ. Χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί ως «παίκτη» την Εκκλησία. Παραμένει εθνικολαϊκιστικό κόμμα, που, παρεμπιπτόντως, στο Μακεδονικό, δοκιμάζει να κάνει κάτι τάχα αριστερό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ