ΚΟΣΜΟΣ

Το δόγμα Νίξον και η διεθνής ύφεση

ΕΦΗ ΠΕΝΤΑΛΙΟΥ*

Νίξον και Κίσινγκερ πίστευαν ότι ο κόσμος πλέον απομακρυνόταν από την «περίοδο της αντιπαράθεσης» και εισερχόταν σε μια «εποχή διαπραγμάτευσης».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Οταν ο Ρίτσαρντ Νίξον εξελέγη στην προεδρία των ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 1968, οι Αμερικανοί δεν είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την πολιτική που θα ακολουθούσε, πέραν κάποιων αναφορών του για ένα «μυστικό σχέδιο» που θα τελείωνε τον πόλεμο στο Βιετνάμ με μια «έντιμη ειρήνη».

Ο Νίξον εξελέγη στο Κογκρέσο ως Ρεπουμπλικανός το 1946 και γρήγορα δημιούργησε τη φήμη ένθερμου αντικομμουνιστή. Από το 1948 υπηρέτησε στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής, αντίστοιχη της διαβόητης επιτροπής του Τζόζεφ Μακάρθι στη Γερουσία. Εγινε ο αντιπρόεδρος του Αϊζενχάουερ και η άνοδός του ήταν μετεωρική, έως ότου έχασε στις εκλογές του 1960 από τον Τζον Κένεντι. Η ήττα του ενίσχυσε την αντιπάθειά του εναντίον της ελίτ της ανατολικής ακτής. Ηταν αποφασισμένος να τη νικήσει εκφράζοντας τη «σιωπηλή πλειοψηφία». Ο Νίξον ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και να εμφανιστεί ως ειρηνοποιός. Διέθετε τα αναγκαία αντικομμουνιστικά διαπιστευτήρια, για να επιφέρει επιτυχώς καινοτομίες στην αμερικανική ψυχροπολεμική πολιτική. Επεξεργάστηκε πρωτοβουλίες που θα μείωναν την ένταση με τη Σοβιετική Ενωση, θα αποκαθιστούσαν τις σχέσεις με την Κίνα και θα εκμεταλλεύονταν τις σινοσοβιετικές εντάσεις, χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται υποχωρητικός προς τον κομμουνισμό.

Δύο ασυνήθιστοι ρεαλιστές εταίροι

Ο κύριος συνεργάτης του ήταν ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας, πρώην πανεπιστημιακός Χένρι Κίσινγκερ. Και οι δύο αποφασιστικοί και εγωιστές, μάλλον αντιπαθούσαν ο ένας τον άλλο. Ωστόσο, στην εξωτερική πολιτική οι ιδέες τους ήταν συμπληρωματικές, παρά ανταγωνιστικές. Για τον Κίσινγκερ, η αποκατάσταση μιας «ισορροπίας ισχύος» ήταν αναγκαία προϋπόθεση για μια επιτυχή εξωτερική πολιτική. Πίστευε ότι το εθνικό συμφέρον, παρά ο ιδεαλισμός, όφειλε να καθοδηγεί την αμερικανική πολιτική. Αυτό ήταν συμβατό με την προτεραιότητα του Νίξον να μεριμνήσει «πρώτα για την επιβίωση του έθνους του». Ο ρεαλισμός ήταν η κινητήριος δύναμη του σχεδίου τους. Θεωρούσαν ότι οι γραφειοκράτες ήταν εμπόδιο σε μια ευέλικτη προσέγγιση των διεθνών ζητημάτων. Ετσι, υιοθέτησαν έναν νέο τρόπο λήψης αποφάσεων, όπου το συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, παρά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, θα αποτελούσε τον κύριο σύμβουλο του προέδρου στις διεθνείς σχέσεις. Αυτό οδήγησε σε συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στον Λευκό Οίκο – ακόμη και η CIA απομονώθηκε. Κύριο χαρακτηριστικό της νέας τακτικής ήταν η μυστικοπάθεια.

Οι Νίξον και Κίσινγκερ αντιμετώπισαν πολλές προκλήσεις. Ο πόλεμος του Βιετνάμ κόστιζε πολύ σε αμερικανικές ζωές, πόρους και διεθνή αξιοπιστία. Η πλειονότητα της κοινής γνώμης είχε στραφεί εναντίον του πολέμου. Στο εξωτερικό, η ΕΣΣΔ είχε πλέον επιτύχει πυρηνική ισοπαλία με τις ΗΠΑ, ενώ οι Αμερικανοί, μην έχοντας σχέσεις με την Κίνα, αδυνατούσαν να εκμεταλλευθούν τη σινοσοβιετική ρήξη. Οι Ευρωπαίοι επιχειρούσαν τη δική τους ύφεση με το κομμουνιστικό μπλοκ. Η αμερικανική οικονομία αντιμετώπιζε προβλήματα, ενώ η Ευρώπη και η Ιαπωνία αναπτύσσονταν. Η Μέση Ανατολή είχε εξελιχθεί σε ωρολογιακή βόμβα και από τις στάχτες των παλαιών αποικιακών αυτοκρατοριών στην Αφρική και στην Ασία, ένας Τρίτος Κόσμος αναδυόταν, με τις δικές του προτεραιότητες.

Και οι δύο άνδρες πίστευαν ότι ο διπολισμός του Ψυχρού Πολέμου ήδη έδινε τη θέση του σε ένα πολυπολικό σύστημα. Ο Νίξον δήλωσε ότι «ζούμε σε έναν νέο κόσμο» και ο Κίσινγκερ όριζε την πολυπολικότητα ως το νέο χαρακτηριστικό των διεθνών σχέσεων. Ηλπιζαν να χρησιμοποιήσουν αυτή την εξέλιξη ώστε να ισοσκελίσουν τον αμερικανικό προϋπολογισμό, προσαρμόζοντας τις παγκόσμιες υποχρεώσεις των ΗΠΑ στις μειούμενες οικονομικές τους δυνατότητες, ειδικά αφότου ο υπουργός Οικονομικών Μέλβιν Λερντ προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν πλέον επαρκείς πόρους για να προωθούν μια εύρωστη εξωτερική πολιτική».

Στην εποχή της διαπραγμάτευσης

Οι Νίξον και Κίσινγκερ χρησιμοποίησαν την «τριγωνική» διπλωματία, τη «βιετναμοποίηση» του πολέμου, τη «διασύνδεση» (linkage) των ζητημάτων, τη μείωση των στρατηγικών εξοπλισμών, το εμπόριο, ενώ απομακρύνθηκαν από την ουιλσονική αρχή της προώθησης της δημοκρατίας στο εξωτερικό. Από το 1958, ο Νίξον θεωρούσε ότι οι ευθύνες της διεθνούς ασφάλειας έπρεπε να μεταφερθούν σε περιφερειακά συμμαχικά καθεστώτα με τα οποία οι ΗΠΑ όφειλαν να συνεργαστούν ακόμη και αν αυτά ήταν μη δημοκρατικά. Ετσι, κατά την προεδρία Νίξον, οι δικτατορίες στην Ισπανία, στην Ελλάδα και στη Χιλή θεωρούνταν ως σταθεροποιητικοί παράγοντες που έπρεπε να διατηρηθούν. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ακόμη και στο ανατολικό μπλοκ) αγνοούνταν, υπό τον φόβο της ανατροπής της ισορροπίας. Η πολιτική του Νίξον βασιζόταν στην προοπτική της «ύφεσης», που θα μείωνε τις εντάσεις με την ΕΣΣΔ, η οποία –σε αντίθεση με παλαιότερες αναλύσεις– τώρα εθεωρείτο ως ορθολογικός παίκτης.

Η πολιτική της ύφεσης δεν ήταν μια καινοτόμος ιδέα. Υπήρξαν οι προγενέστερες αποτυχημένες απόπειρες να επιτευχθεί ύφεση υπό τον Αϊζενχάουερ και τον Τζόνσον. Ωστόσο, οι Νίξον και Κίσινγκερ πίστευαν ότι ο κόσμος πλέον απομακρυνόταν από την «περίοδο της αντιπαράθεσης» και εισερχόταν σε μια «εποχή διαπραγμάτευσης».

Για την επίτευξη της ύφεσης, η «τριγωνική διπλωματία» (Ουάσιγκτον - Μόσχα - Πεκίνο) και η «διασύνδεση» αποσκοπούσαν στο να χειραγωγηθούν οι σχέσεις με τη μία χώρα με τέτοιο τρόπο ώστε να εκμαιευθούν πλεονεκτήματα ως προς την άλλη. Π.χ. το «κινεζικό χαρτί» χρησιμοποιήθηκε για να ανοίξει ένας διάλογος με την Κίνα, αλλά και για να εξασφαλιστούν πλεονεκτήματα έναντι της ΕΣΣΔ. Κατά τον Κίσινγκερ, «τώρα χρειαζόμαστε τους Κινέζους για να διορθώσουμε τους Ρώσους και να τους πειθαρχήσουμε». Η «διασύνδεση» θα χρησιμοποιείτο ώστε η «πρόοδος σε ένα θέμα, θα δημιουργούσε ώθηση για πρόοδο και σε άλλα θέματα». Ή, όπως το έθεσε ο Νίξον, η ΕΣΣΔ θα έπρεπε να καταλάβει ότι «δεν μπορεί να περιμένει ότι θα αποκομίσει τα οφέλη της συνεργασίας σε ένα ζήτημα, και ταυτόχρονα τα πλεονεκτήματα της έντασης ή της αντιπαράθεσης σε ένα άλλο».

Διαδικασία γεμάτη αντιφάσεις

Η ύφεση δεν αποσκοπούσε να επιφέρει μια πολιτική διευθέτηση ή το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Απέβλεπε να διατηρήσει τον Ψυχρό Πόλεμο σε μια κατάσταση σταθερότητας, δημιουργώντας διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και μειώνοντας τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα. Πρόσθετος στόχος ήταν να διαφυλαχθεί το κύρος των δύο υπερδυνάμεων, κάτι που θα τις βοηθούσε να αντιμετωπίσουν την εσωτερική αναταραχή και να διατηρήσουν τον έλεγχο των συνασπισμών τους. Για τις ΗΠΑ, η ύφεση ήταν ένα μείγμα ανάσχεσης και σταθεροποίησης, αλλά και μέσο για να ανακτηθεί η ισχύς που θα επέτρεπε μακροπρόθεσμα τη νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο.

Πιεσμένες από τα γεγονότα, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ δεν καθόρισαν επίσημους κανόνες για την ύφεση, ούτε καν έναν κοινό ορισμό: την άφησαν νεφελώδη και ασαφή. Τούτα σήμαιναν ότι συνέκλιναν στην ύφεση έχοντας διαφορετικούς στόχους και ελπίδες. Συνέχισαν να εμπλέκονται σε παίγνια μηδενικού αθροίσματος και σε ελιγμούς για να εξασφαλίσουν πλεονεκτήματα σε διάφορα σημεία της υφηλίου. Ο κίνδυνος του κατακερματισμού των δύο μπλοκ αντιμετωπίστηκε και από τις δύο υπερδυνάμεις με σκληρότητα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εξελίξεις σε ασταθείς περιοχές δεν θα διακύβευαν την προσέγγισή τους. Εφαρμοζόμενη με τέτοιο τρόπο σε περιοχές όπως η Μεσόγειος, η ύφεση τελικά ενέτεινε τις τοπικές διαμάχες. Το Κυπριακό και η αραβοϊσραηλινή διαμάχη είναι κλασικά παραδείγματα.

Τελικά, η ύφεση δεν ήταν ακριβώς μια πολιτική αλλά μια διαδικασία από προσεκτικά σχεδιασμένες κινήσεις. Το πρώτο βήμα έγινε στο Γκουάμ στις 25 Ιουλίου 1969. Σε μια άτυπη συζήτηση με δημοσιογράφους, ο Νίξον εξέθεσε τις απόψεις του για τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις αλλαγές στον παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος. Το λεγόμενο Δόγμα του Γκουάμ βασιζόταν στην ιδέα της «βιετναμοποίησης» του πολέμου στη ΝΑ Ασία, δηλαδή τη σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, ταυτόχρονα με την ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης από τη Σαϊγκόν. Ο Νίξον προσέθεσε ότι «αν η συνεργασία με κομμουνιστικές χώρες προωθεί την παγκόσμια σταθερότητα, είναι αποδεκτή». Λίγο αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικού διαγγέλματός του για τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Νίξον μετεξέλιξε το Δόγμα του Γκουάμ σε Δόγμα Νίξον, ανακοινώνοντας ότι η Ουάσιγκτον θα προστάτευε τους συμμάχους της, αλλά ανέμενε από αυτούς να προσφέρουν οι ίδιοι τους στρατιώτες που απαιτούνταν για τη δική τους ασφάλεια. Ακόμη και όταν έκανε αυτή την εξαγγελία, ο Νίξον ανησυχούσε ότι θα προκαλούσε έναν «νέο απομονωτισμό». Προειδοποίησε επανειλημμένα ότι οι εκκλήσεις για υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος διεθνώς έκρυβαν «κινδύνους για την ειρήνη» και θα μπορούσαν να «προκαλέσουν έναν μεγάλο πόλεμο».

Η πρώτη κυβέρνηση του Νίξον κατήγαγε ορισμένες σημαντικές διπλωματικές επιτυχίες. Το 1972 οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ υπέγραψαν την πρώτη Strategic Arms Limitation Αgreement (SALT I). Εγινε το άνοιγμα στην Κίνα το 1971. Επιτεύχθηκε μια (προσωρινή) ειρήνη στο Βιετνάμ το 1973 και άνοιξε ο δρόμος για τη Διάσκεψη του Ελσίνκι.

Η ύφεση ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Τελικά υποσκάφθηκε από τον φόβο του Νίξον ότι «αν νομίζουν ότι είμαστε αδύναμοι, θα μας χτυπήσουν. Αν νομίζουν ότι είμαστε δυνατοί θα μας αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα». Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο απροκάλυπτος ρεαλισμός και αμοραλισμός της ύφεσης ενόχλησε βαθιά το Κογκρέσο. Η κυβέρνηση Νίξον δέχτηκε σκληρή κριτική με το επιχείρημα ότι θυσίαζε την ηθική και ακολουθούσε πολιτική ήπιου κατευνασμού. Ωστόσο, στη σκέψη του Νίξον και του Κίσινγκερ, η ύφεση αντιπροσώπευε έναν ρεαλιστικό τρόπο να αντιμετωπιστεί η άνοδος της ΕΣΣΔ και να αποτραπεί ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα.

* Η κ. Εφη Πενταλιού είναι fellow, LSE IDEAS στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ