ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΛΑΚΗΣ, ΜΑΝΟΛΗΣ ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ, ΑΡΙΣΤΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ*

Πώς μπορούν οι εξαγωγές να γίνουν μοχλός ανάπτυξης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο σημαντικότερο, ίσως, ερώτημα οικονομικής πολιτικής σήμερα είναι από πού θα έρθει η ανάπτυξη. Η δυναμική της εσωτερικής αγοράς είναι περιορισμένη για πολλούς λόγους, από τη λιτότητα του δημοσίου τομέα μέχρι την υπερχρέωση των καταναλωτών. Οι εξαγωγές, όμως, είναι μια πιθανή διέξοδος καθώς εξαρτώνται από την αγοραστική δύναμη εκτός Ελλάδας.

Η πορεία των εξαγωγών μετά το 2008, όμως, ήταν απογοητευτική. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συνολικές εξαγωγές της Ελλάδας το 2016 ήταν χαμηλότερες από αυτές του 2008, παρά την κατάρρευση της εσωτερικής αγοράς, η οποία δημιουργεί το κίνητρο για αναζήτηση εναλλακτικών αγορών στις εγχώριες επιχειρήσεις. Η σύγκριση με την εμπειρία της Ισπανίας και της Πορτογαλίας αναδεικνύει την ελληνική ιδιαιτερότητα: οι χώρες αυτές αντιμετώπισαν αντίστοιχες προκλήσεις σχετικά με το οικονομικό τους μοντέλο αλλά σημείωσαν αύξηση των εξαγωγών κατά 30% την ίδια περίοδο, εξέλιξη που συνέβαλε και στην ταχύτερη έξοδό τους από την κρίση.

Αυτή η σύγκριση δημιουργεί δύο ερωτήματα. Hταν εφικτή μια σημαντική αύξηση των ελληνικών εξαγωγών; Αν ναι, τότε για ποιο λόγο δεν συνέβη; Επιχειρούμε να δώσουμε απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα στη συμμετοχή μας στον συλλογικό τόμο «Πέρα από τη λιτότητα: Για μια νέα δυναμική στην ελληνική οικονομία» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, υπολογίζουμε ότι οι ελληνικές εξαγωγές θα μπορούσαν να είχαν αυξηθεί κατά 25% στη δεκαετία της κρίσης, βάσει των εξαγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Ο υπολογισμός αυτός βασίζεται στις επιδόσεις του εξαγωγικού τομέα της Ελλάδας προ κρίσης και συνάδει με την πολύ καλή πορεία των εξαγωγών κατά την πρώτη δεκαετία του ευρώ (1999-2008), όταν η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση εξαγωγών από όλες τις χώρες της Eυρωζώνης, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης. Η επιτυχία αυτή συχνά παραγνωρίζεται επειδή συγχρόνως μεγεθύνθηκε το εμπορικό έλλειμμα, λόγω της ακόμα μεγαλύτερης αύξησης των εισαγωγών.

Οι επιπτώσεις των χαμηλών εξαγωγικών επιδόσεων μετά το 2008 ήταν πολύ σημαντικές. Υπολογίζουμε ότι αν οι εξαγωγές είχαν αυξηθεί σύμφωνα με τις εξαγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, τότε η ύφεση θα ήταν ηπιότερη κατά το ένα τρίτο και το ΑΕΠ μεγαλύτερο κατά 20 δισ.

Το δεύτερο ερώτημα είναι πιο σύνθετο. Η αύξηση των εξαγωγών προϋποθέτει βελτίωση στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η οποία επιτυγχάνεται βραχυπρόθεσμα μέσω της μείωσης τιμών και μισθών και μεσοπρόθεσμα με τη στροφή περισσότερων επιχειρήσεων προς την εξωστρέφεια.

Υπολογίζουμε ότι οι μισθοί έχουν συμπιεστεί επαρκώς για να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα και, άρα, η αγορά εργασίας έχει προσαρμοστεί στο νέο οικονομικό περιβάλλον. Αντιθέτως, οι τιμές δεν έχουν μειωθεί επαρκώς, παρά την πρωτοφανή ύφεση. Συνεπώς, η χαμηλή προσαρμογή του εξαγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στις ποικίλες στρεβλώσεις των αγορών προϊόντων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Η έλλειψη χρηματοδότησης, λόγω της κακής κατάστασης των τραπεζών, έχει επίσης δυσχεράνει σημαντικά τη στροφή των επιχειρήσεων προς τις εξαγωγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εξαγωγές μειώθηκαν το 2015 και το 2016, όταν αναζωπυρώθηκε η κρίση και επιβλήθηκαν τα capital controls. Συνεπώς είναι απαραίτητη η διατήρηση της σταθερότητας των τελευταίων μηνών, με την ταχεία ολοκλήρωση της αξιολόγησης και τη μείωση των κόκκινων δανείων στις τράπεζες.

Τέλος, χρειάζονται σημαντικές επενδύσεις για να δημιουργηθούν νέες εξαγωγικές επιχειρήσεις και να μεγαλώσουν οι υπάρχουσες, αλλά η γραφειοκρατία, η αστάθεια στη φορολογία και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές δρουν αποτρεπτικά. Κανένα από τα παραπάνω εμπόδια (εκτός ίσως από το ύψος των φόρων) δεν προκύπτει από τα μνημόνια. Είναι ελληνική υπόθεση.

* Ο κ. Κώστας Αρκολάκης είναι καθηγητής στο Yale University, ο κ. Μανόλης Γαλενιανός είναι καθηγητής στο Royal Holloway, University of London και ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος σε επενδυτικά κεφάλαια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ