Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αντώνης Σαμαράς: Στη ράχη του τίγρη​​

Ενας παλιός βουλευτής της Δεξιάς που γνωρίζει καλά τον Αντώνη Σαμαρά έλεγε για εκείνον ότι «δεν είναι ένας μεταρρυθμιστής που αναγκάστηκε να λαϊκίσει για να γίνει πρωθυπουργός. Είναι ένας λαϊκιστής που αναγκάστηκε να ακολουθήσει μεταρρυθμιστική πολιτική αφότου είχε γίνει πρωθυπουργός». Το έλεγε στην πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή, όταν ο Σαμαράς, έπειτα από δυόμισι ανηφορικά χρόνια στην πρωθυπουργία, έπεφτε εν τέλει εκλογικό θύμα του αντιμνημονιακού λαϊκισμού. Ενός λαϊκισμού που στην αρχή δεν ήταν μονοπώλιο της Αριστεράς.

Θυμάται κανείς το επιχείρημα της σαμαρικής Ν.Δ. το 2010: «Δεν μπορούμε», έλεγαν, «να αφήσουμε την (αντιμνημονιακή) αντιπολίτευση στο πεζοδρόμιο». Ενα όμοιο σκεπτικό ακούει κανείς και σήμερα από την αξιωματική αντιπολίτευση: «Δεν μπορούμε να αφήσουμε τα συλλαλητήρια στην Ακροδεξιά».

Για τον Σαμαρά, βέβαια, το Μακεδονικό είναι κάτι παραπάνω από ζήτημα κομματικής στρατηγικής. Φρόντισε ο ίδιος να εκδηλώσει το φρόνημά του και δημοσίως, προβλέποντας ότι σήμερα «θα είναι μια μεγάλη ημέρα για την Ελλάδα». Το ερώτημα που δεν αφορά τόσο τον πρώην πρωθυπουργό όσο την παρούσα ηγεσία της Ν.Δ., είναι με ποιο χανγκόβερ θα ξημερώσει η επομένη της «μεγάλης ημέρας». Είναι η απόφαση για στήριξη των κινητοποιήσεων μακροπρόθεσμα προς το συμφέρον του κόμματος; Δεν θα πρέπει το νέο μακεδονικό κίνημα να εκπροσωπηθεί στα ψηφοδέλτια της Ν.Δ. που το αγκάλιασε; Δεν θα έχει αυτός ο εναγκαλισμός συνέπειες στη φυσιογνωμία και στη συνοχή της αυριανής κυβερνητικής πλειοψηφίας;

Το Μακεδονικό δεν απειλεί (τώρα) να διασπάσει τη Ν.Δ., όπως την είχε διασπάσει το αντιμνημόνιο, χαρίζοντάς μας τους ΑΝΕΛ. Εκλογικά, μπορεί να την ωφελήσει που καβαλάει το κύμα – κι ας κατεβάζει μαζί με τις εθνικές αγωνίες και αντισυστημικά μπάζα.

Το κόμμα διάλεξε να ιππεύσει τον τίγρη. Αλλά δεν τον οδηγεί. Και όποιος πέσει από τον τίγρη, κινδυνεύει από αγέρωχος αναβάτης να γίνει μεζές.  

Μίκης Θεοδωράκης: Δαπανώντας μυθικό κεφάλαιο

Δ​​ικός του είναι ο μύθος, ό,τι θέλει τον κάνει. Ως ζωντανός εθνικός μύθος, ο Μίκης Θεοδωράκης μπορεί να είναι υπέρ της δραχμής. Μπορεί να είναι πρώτα υπέρ, και μετά κατά του Τσίπρα. Μπορεί να ισχυρίζεται ότι όλες οι δυνάμεις συνωμοτούν εναντίον μας και να καταγγέλλει για ραγιαδισμό όσους διαφωνούν μαζί του. Το συμβολικό κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει –κυρίως διά της τέχνης του, παρά διά της πολιτείας του– μπορεί να το δαπανά, όπως δαπανά κανείς την περιουσία του.

Ο Μίκης φέρει την αιματηρή εμπειρία του εικοστού αιώνα. Κάποιοι της γενιάς του υπερέβησαν αυτή την εμπειρία. Αφησαν το αίμα να στεγνώσει. Αλλοι έβραζαν μέχρι το τέλος, διαβάζοντας τον κόσμο όπως τούς υπαγόρευαν οι πληγές τους. Ο Θεοδωράκης δεν ήταν ούτε ο μόνος ούτε ο πρώτος που στράφηκε στις πληγές του 20ού αιώνα για να αντλήσει νοήματα για το σήμερα. Δεν ήταν ο πρώτος που «διάβασε» την κρίση με όρους της δεκαετίας του ’40· που μίλησε για νέο ΕΑΜ, για κατοχή και ξενόδουλες κυβερνήσεις.

Αν αξίζει κανείς να αναμετριέται με αυτές τις απόψεις δεν είναι γιατί ενδύονται το μνημειακό κύρος του σεβάσμιου φορέα τους, αλλά γιατί, ανεξάρτητα από εκείνον και τον ακατάβλητο ακτιβισμό του, εξακολουθούν να διαβρέχουν την κυρίαρχη γνώμη. Είναι απόψεις που εξακολουθούν να δίνουν περιεχόμενο στην επικρατούσα εκδοχή του πατριωτισμού.

Πρόκειται για έναν πατριωτισμό τραυματογενή, που συνέχει την πλειοψηφία μόνο αμυντικά. Μόνο στη βάση του φόβου και της έχθρας. Φόβος για έναν γεωπολιτικά ασήμαντο και εθνοτικά φατριασμένο γείτονα. Πάθος ενάντια όχι μόνο στους εξωτερικούς, αλλά πρωτίστως στους εσωτερικούς εχθρούς – στο εγχώριο «σύστημα». Αυτή η συλλογική ταυτότητα συγκροτείται με την ψυχική αρχιτεκτονική της μικρής, ανασφαλούς κοινότητας που εξαρτά την ύπαρξή της από τις αναπαραστάσεις και τα σύμβολα του παρελθόντος. Συγκροτείται, δηλαδή, σκοπιανοπρεπώς: σαν αντανάκλαση της γλυπτής ταυτότητας των γειτόνων.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ