ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Εκθεση Β. Παπατσαρούχα: Oι σκαλωσιές του νου και τα μελάνια της νύχτας

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Του Ψι» και «Οι Σκαλωσιές του νου». Δύο από τα μελάνια του ζωγράφου Βασίλη Παπατσαρούχα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια ανιχνευτική έξοδος σε ένα νυχτερινό τοπίο του Μπόρχες, γεμάτο σκιές και ατμούς, θα μπορούσε να εκβάλει σε ένα έργο του Βασίλη Παπατσαρούχα. Σε μία από αυτές τις «Μικρές Καταιγίδες» που συγκροτούν τη νέα του έκθεση στην αίθουσα τέχνης «Εκφραση» (Βαλαωρίτου 9α, έως 10/2), μια εικαστική χειρονομία ειδικού βάρους και ορισμένης υγρασίας. Αυτά τα ψυχικά τοπία, βουτηγμένα στη μαύρη μελάνη, στραγγισμένα σε σκοτεινές κάμαρες και φωτισμένα σε ασημένιες νύχτες, ήταν μια πυκνή εμπειρία, για όση ώρα περπατούσα ανάμεσά τους. Εβλεπα προσωπογραφίες, σαν εξόρυξη από όνειρα και ημιτελείς φαντασιώσεις, να προβάλλουν σαν εξπρεσιονιστικά τοτέμ και ξόανα ψευδαισθητικών αντικατοπτρισμών. Βρισκόμουν σε έναν κόσμο παράλληλο, αποκλίνοντα, ημιδιάφανο και μισοσκότεινο, με μια γεωμορφία απρόβλεπτη, γεμάτη κοιλάδες, οροπέδια, ξέφωτα και χαράδρες. Υπήρχε βεβαιότητα ότι οι «Μικρές Καταιγίδες» οργάνωναν έναν κόσμο γεμάτο ψιθύρους και κώδικες.

Ο Βασίλης Παπατσαρούχας ανήκει, προφανώς, σε εκείνους τους πολύμορφους και ανήσυχους καλλιτέχνες που αναζητούν ζωτικό χώρο στη γραφή, στην εικονογράφηση, στη ζωγραφική, στο θέατρο. Μοιάζει να υπάρχει ένα νήμα που τα συνδέει όλα, που τα τυλίγει και που όσο τα ενώνει άλλο τόσο τα απελευθερώνει και τα αυτονομεί. Υπογείως υπάρχουν σπήλαια δημιουργικότητας και μέσα από αυτά οι «Μικρές Καταιγίδες», κάθε μία ένα θραύσμα σαν νυχτερινή λάμψη, σαν σπασμός φωτός, ξεπρόβαλλε για να υψώσει ένα μικρό λάβαρο θνητότητας προτού χαθεί. Αυτό που ένιωθα να μένει από τον μαυρόασπρο κόσμο του Βασίλη Παπατσαρούχα, αδιόρατα οικείο, αλλά μολαταύτα θελκτικά ξένο, απόμακρο και παράταιρο, ήταν η ενθάρρυνση της αλλόκοτης πραγματικότητας. Επί της ουσίας, είναι η απόρριψη του ορατού κόσμου και η εξόρυξη στο απείκασμά του, στη σκοτεινή εκείνη κολυμβήθρα όπου κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκε ή πόσο καιρό θα παραμείνει περιδινούμενος. Είναι, όπως λέει ο Βασίλης Παπατσαρούχας σε εκείνα τα θραυσματικά ποιήματά του, σαν να ξύπνησες, «με τα μάτια κλειστά. Μπροστά σε καθρέφτη. Είσαι εντός ή εκτός σου; Ανθρωπος, ανάμεσα στις σκαλωσιές της μνήμης».

Αυτό το γκροτέσκο στοιχείο, που άλλοτε είναι ναρκωμένο και άλλοτε αγριεμένο, δένει κάθε έργο χωριστά. Κάθε έργο είναι ένα αφήγημα, λέει μια ιστορία, το πώς και το γιατί της ύπαρξής του. Κάθε έργο χωριστά είναι ένα μικρό βιβλίο της γένεσης, με το κείμενο-ποίημα-σημείωμα μια ημερολογιακή ταινία που γυρίζει ολόγυρα, σαν ίχνος ερπετού. Οι λέξεις είναι στεφάνια και κορδέλες ή απλώς μονάχα αγωνιώδεις και βιαστικές σημειώσεις, σαν σημείωμα αυτόχειρα ή σαν παραληρηματικά ξέφτια από ένα όνειρο που όσο το καταγράφεις, αυτό γλιστράει στην άβυσσο. Αλλά όλα πάλλονται με τις ιστορίες τους, δεν είναι θυρεοί και όστρακα χωρίς χυμούς.

Θα μπορούσαν να υπάρξουν οι «Μικρές Καταιγίδες» χωρίς την ποίηση μέσα από την οποία αναφύονται όπως ένας μίσχος από τη γη; Θα μπορούσε αυτή η δυαδική σχέση λόγου και εικόνας να ευδοκιμήσει έξω από το μαυρόασπρο φως που τη γέννησε; Και θα μπορούσε άραγε η ποίηση ως ιδρυτικός λόγος να μην οδηγήσει παρά μόνο σε αυτές τις καφκικές μορφές, σε αυτά τα επάλληλα και αμφίσημα σύμπαντα πυκνά σε αμνιακό υγρό και φως αστέρων; Οι «Μικρές Καταιγίδες» ορίζουν τη θέαση ενός κόσμου. Και ο κόσμος αυτός μοιάζει να γεννιέται μέσα από τη βεβαιότητα της αβύσσου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ