ΠΟΛΗ

Η ταπεινή και ευγενής οδός Μερσίνης

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Λ​​ίγο πάνω από τη Λιοσίων, και κάτω από την Αριστομένους, υπάρχει ένα τόσο δα στενάκι. Η οδός Μερσίνης. Αλλες φορές την είχα προσπεράσει και την είχα μόνο λοξοκοιτάξει καθώς είχα άλλο προορισμό, αλλά αυτή τη φορά μου αποκαλύφθηκε και δεν είχα άλλη επιλογή. Εξαρχής είχα ως στόχο να περπατήσω την οδό Παιωνίου, την προέκταση της Χέυδεν κάτω από την Αχαρνών και να φτάσω κοντά στις γραμμές του τρένου. Είχα όμως δώσει την ελευθερία στον εαυτό μου να μπει σε στενά αριστερά και δεξιά αλλά να κρατήσει πάντα ως σταθερό άξονα αυτόν τον γοητευτικό δρόμο. Και πράγματι, στη γωνία Παιωνίου και Αριστομένους έστριψα δεξιά, προσπέρασα την Αδάνων και όταν έφτασα την οδό Προύσης έστριψα αριστερά. Είχα ήδη παραβεί τη βασική διαδρομή, αλλά, λίγο μετά, στα δεξιά, μου έγνεψε η μικρή, η ταπεινή οδός Μερσίνης.

Ανάμεσα σε αυτούς τους δρόμους με τα ονόματα της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας, με την οδό Κλαζομενών και την οδό Κνίδου πιο κάτω, βρισκόμουν σε μία παλιά αθηναϊκή γη, χωνεμένη σε βάθος γενεών, αλλά να που, σήμερα στα μάτια μου παρουσιαζόταν αποστεωμένη και κατά τόπους, μόνο, ζωντανή. Σκεφτόμουν ότι υπήρχε μια διάχυτη θλίψη. Δεν είδα παιδιά, δεν άκουσα γέλια ή φασαρία, δεν μύρισα φαγητό. Σπίτια κλειστά και έρημα αλλά και σκόρπια διαμερίσματα ολόγυρα που έδειχναν ότι είχαν ζωή και ορισμένα από αυτά με ελληνικές σημαίες, ακόμη και χάρτινες, έδιναν έναν τόνο σε μια γειτονιά που όπως μου είπε ένας κύριος λίγο μετά, «ήταν από τις καλύτερες». Με είχε σταματήσει για να με ρωτήσει τι φωτογραφίζω. «Μένω εδώ από το 1966», μου είπε και σκέφτηκα ότι είχα προσπεράσει αμέτρητες πολυκατοικίες που μέσα σε πέντε χρόνια (1963-1968) είχαν αλλάξει άρδην το ύφος της γειτονιάς. Το ίδιο συνέβαινε παντού, στη Νεάπολη, στα Εξάρχεια, στην Κυψέλη.

Αλλά, η οδός Μερσίνης είχε μείνει παγωμένη στον χρόνο. Εμεινα με την εντύπωση ότι κανένα από τα παλιά σπίτια της, αριστερά και δεξιά του δρόμου, δεν κατοικείται. Ηταν μια διπλή σειρά από νεοκλασικά σπιτάκια, σαν μια φρίζα πάνω από την Λιοσίων, και όλα διασώζονται, κλειστά, διπλομανταλωμένα, με ανοίγματα μέσα από σπασμένα τζάμια και αυλόπορτες να δίνουν θέα σε γατοπαρέες ανάμεσα σε φρέσκια χλόη και σπασμένες καρέκλες, ανάμεσα σε πεταμένα μπουκάλια και αποκαΐδια. Ιδίως, η δεξιά πλευρά ήταν άθικτη, μία σειρά ευγενών προσόψεων, σαν μινιατούρες αθηναϊκών αρχοντικών, προσόψεις αστικού περιβλήματος μπροστά σε παλαιοαθηναϊκές αυλές, πλυσταριά και παράσπιτα. Ενας κόσμος απολιθωμένος. Τον ένιωθα πίσω από τα πέτρινα ντουβάρια, που έσκαγαν τόπους τόπους και φανέρωναν τη λιθοδομή, και τα τούβλα εκείνα τα ξασπρισμένα, και τα ξύλινα καδρόνια, και τη λάσπη. Εβλεπα ξανά τις κινήσεις των μαστόρων του 1910 που έχτιζαν πέτρα πέτρα αυτά τα σπιτάκια που άνοιγαν σε χωματόδρομο, που θα περνούσαν ακόμη και μικροπωλητές σε γαϊδουράκια, εκείνα τα χρόνια. Αλλά σήμερα, που έμοιαζαν παλιές ακόμη και οι άλλοτε μοντέρνες πολυκατοικίες που πριν από 50 και βάλε χρόνια άλλαζαν τη γειτονιά και έφεραν νέο κόσμο, τα μικρά αυτά σπιτάκια ήταν σαν διαλυμένα κουκλόσπιτα. Εζησαν και έκλεισαν τον κύκλο τους.

Η Μερσίνης με τη σειρά των παλιών σπιτιών της, μου θύμισε και άλλους μικρούς δρόμους γύρω από την Αχαρνών όπως τη Σμύρνης ή τη Μαμάη, με τα διώροφα, που, σώζουν σειρές σπιτιών και σκέφτηκα ότι η αυτή η μοναδικότητα, όσο σπουδαία και να είναι, δεν συγκινεί πλέον. Είχα βρεθεί μόνος σε ένα έρημο δρομάκι με τα σπίτια όλα κλειστά και το μόνο ζωντανό που θυμάμαι είναι το ξαφνιασμένο βλέμμα μιας κόκκινης γάτας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη