ΒΙΒΛΙΟ

Ο,τι καλύτερο έχουμε στην καρδιά

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
Γκαλίνα
Η σκοτεινή οικιακή βοηθός
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 140

Ο,τι καλύτερο έχουμε στην καρδιά, καλύτερα να το κρατάμε μυστικό και ανεπίδοτο ώστε να παραμένει άφθαρτο, συλλογίζεται ο Ανδρέας Μήτσου, καθώς και πάλι αντιμετριέται με τον ανορθολογισμό του πόθου.

Η νουβέλα του παρακολουθεί τη συνομιλία δύο ανδρών. Ενας ηλικιωμένος ανθυπασπιστής αφηγείται μια σκοτεινή ερωτική του περιπέτεια σε έναν κατά πολύ νεότερό του άντρα, ο οποίος τον ακούει με καχυποψία που παροξύνεται στην υπόνοια μιας λανθάνουσας απειλής. Η διάχυτη ατμόσφαιρα μυστηρίου εδράζεται στον αλλόκοτο φόβο που σταδιακά κυριεύει τον ακροατή. Ο τελευταίος φοβάται πως θα καταλήξει εξιλαστήριο θύμα σε ένα προμελετημένο σχέδιο. Ανησυχεί πως ο ανθυπασπιστής έχει σκοπό να του αναθέσει την προσωπική του δικαίωση, αναγνωρίζοντας σε εκείνον «το πιο καλό κομμάτι του εαυτού του». Σαν ο ίδιος να ήταν «η δική του ματαιωμένη προοπτική και η ελπίδα του».

Το δυσοίωνο στοιχείο της μυθοπλασίας διαφαίνεται στην ολοένα και πιο έντονη εμπλοκή του ακροατή στο αφηγούμενο ερωτικό δράμα. Η αφήγηση φαίνεται όχι μόνο να τον αφορά, αλλά και να επηρεάζει την αντίληψή του για τους φραγμούς που μέχρι τότε περιφρουρούσαν την ύπαρξή του. Ακούγοντας τον παλιό του φίλο είχε την εντύπωση πως συναινούσε στον δικό του χαμό. Ο έρωτας είναι εθελούσια θητεία στον πόνο, πληγώνει την ψυχή και ανασταίνει το σώμα, είναι ένα παιχνίδι που ο καθένας το παίζει μόνος του, μόνος μαζί με το άλλο μισό του εαυτού του, «το ελάχιστα σοβαρό», «το ανόητο», διαβάζει ο ανθυπασπιστής από το κατάστιχο όπου καταμετρούσε τα πλήγματα της καρδιάς του, τυλίγοντας τον ακροατή στον κλοιό της απελπισίας του. Σχεδόν σαδιστικά στοχαζόταν την απάνθρωπη ευτυχία του έρωτα, αποστάζοντας από την ιστορία του αξιώματα που προορίζονταν να κυβερνήσουν το μυαλό του συνομιλητή του, ο οποίος δεν κατανοούσε αυτή τη σπουδή του άλλου να μεθοδεύσει την παγίδευσή του. «Να ξεπλένεται έτσι μέσα του για να εμποτίσει κάποιον άλλο».

Η μυθοπλασία εστιάζεται καταφανώς στην οπτική γωνία του ολιγόλογου άνδρα. Καταχωρίζοντας στο κατάστιχο το αλγεινό ερωτογράφημα ο ανθυπασπιστής κλείνει οριστικά τους λογαριασμούς των υποδόριων ζημιών. Ο αποδέκτης, όμως, του τετραδίου βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ιστορία που απειλεί να τον βλάψει, επειδή ακριβώς τον θέλγει. Στις χειρόγραφες γραμμές διακρίνει την υπόσχεση ενός υπέροχου πετάγματος, ενός εξαίσιου τραύματος, την υπόσχεση μιας ανονείρευτης υπέρβασης κάθε πρότερου ορίου που θα τον καταβυθίσει με ορμή στον μέσα του εαυτό. Νιώθει πως μέχρι τότε στεκόταν έξω από τη ζωή και αρχίζει να αδημονεί για εκείνο το άγριο τρεχαλητό, λαχταρά να ριχτεί στο τρομερό παιχνίδι του έρωτα, να γλιστρήσει στο παράλογο, «μέσα στη λάσπη», με την ελπίδα να αξιωθεί κι αυτός το πέρασμα στην άλλη μεριά, «τη μεριά του θανάτου». Μια στιγμούλα αρκεί. Αλλωστε, όλα πρόσκαιρα είναι. «Οταν σου σώνεται ο χρόνος το ανακαλύπτεις, πως μόνο το πρόσκαιρο υφίσταται». Και τότε, το χθες γίνεται το μόνο μέλλον. «Η προσμονή του ότι θα ξυπνήσει κάποτε».

Το χνάρι αίματος στο αγκίστρι της έλξης, η αδάμαστη ακαταληψία του έρωτα, η τιμωρία της εκπληρωμένης ευτυχίας, η έσχατη ταπείνωση που ελλοχεύει στην επιθυμία, η ντροπή της διάψευσης, ο στεναγμός της απαντοχής και ο λυγμός της ματαίωσης, το ακραίο ερωτικό βίωμα που εξακοντίζει την ύπαρξη σε απώτατα σύνορα, όλα αυτά συναιρούνται στο βιβλίο του Μήτσου στο συναρπαστικό μυστήριο του πόθου. Ενα μυστήριο αναγκαίο και ατιθάσευτο, που αναρριπίζει ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο έχουμε στην καρδιά μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ