ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η αντανάκλαση του Harpa στον μαύρο καθρέφτη

ΤΖΙΝΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Με αναφορές στον ισλανδικό κρύσταλλο και στην ηφαιστειακή γεωλογία της χώρας, εξαγωνικά τρισδιάστατα γυάλινα «ψευδοτούβλα» με ειδικό διχρωματικό γυαλί και καθρέφτη συνθέτουν την καλειδοσκοπική όψη και οροφή του Harpa.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μεταλλική φωνή της Goldfrapp δηλώνει «ερωτευμένη με μια αυστηρή μηχανή», ταράσσοντας την εκκωφαντική σιωπή του παγωμένου ισλανδικού τοπίου δίπλα στη λίμνη Κλεϊφάρβατν. Το θανατηφόρο ατύχημα που ραγίζει το παρμπρίζ στην έναρξη του τρίτου επεισοδίου του πολυαναμενόμενου τέταρτου κύκλου του «Black Mirror», θα εγγραφεί στις αναμνήσεις της Μία (Αντρια Ράιζμπορο) και του Ρομπ (Αντριου Γκάουερ) προκαλώντας μια σειρά τραγικά γεγονότα.

Ο Τζον Χίλκοουτ, γνωστός για τον «Δρόμο» –διασκευή του μυθιστορήματος του Κόρμακ Μακάρθι– και τους «Παράνομους» σε σενάριο του Νικ Κέιβ, σκηνοθετεί το επεισόδιο «Crocodile» της δυστοπικής τηλεοπτικής σειράς του Netflix. Στο νουάρ τεχνοφοβικό σύμπαν του «Μαύρου καθρέφτη» οι αναμνήσεις δεν είναι ιδιωτικές.

Στη Μεγάλη Βρετανία λειτουργούν περίπου έξι εκατομμύρια κάμερες, μία για κάθε δέκα πολίτες. Η ελευθερία παραδίδεται σ’ ένα ολοκληρωτικό σύστημα παρακολούθησης από κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης. Από το «Πανόπτικον» του Μπένθαμ και τον Μεγάλο Αδερφό του Οργουελ («1984»), οι μορφές επιτήρησης αλλάζουν τεχνολογικά αλλά έχουν κοινό στόχο: να κλέψουν την ιδιωτικότητα. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να περιστέλλονται τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα με το πρόσχημα ή όχι της δημόσιας ασφάλειας.

Στον «Κροκόδειλο», τα δύο εργαλεία κλοπής προσωπικών δεδομένων είναι ο «εκσκαφέας» μνήμης και η εφαρμογή της αναγνώρισης προσώπου. Η τεχνολογία με την εξουσιοδότηση της πολιτείας δίνει πρόσβαση στον οποιονδήποτε να εισβάλλει στον εγκέφαλό μας υφαρπάζοντας τις αναμνήσεις μας.

Αρκεί ένα τσιπάκι διασύνδεσης του μυαλού με μια ρετροφουτουριστική ’80ς φορητή οθόνη. Οι πολίτες μετατρέπονται σε κινούμενες CCTV κάμερες.

Κατά συρροήν δολοφόνος

Η Μία έρχεται αντιμέτωπη με τη «συσκευή μνήμης» της Σάζια (Κίραν Σόνια Σάγουορ), υπαλλήλου ασφαλιστικής εταιρείας που ερευνά τρακάρισμα πεζού με αυτοκινούμενο όχημα διανομής πίτσας, αναζητώντας τις αναμνήσεις αυτοπτών μαρτύρων. Στην προσπάθεια να καλύψει το ένοχο παρελθόν της και να προστατέψει οικογένεια και καριέρα, η Μία διαπράττει μια σειρά φόνων. Ποια είναι όμως η Μία; «Μια από τις πιο καινοτόμους αρχιτέκτονες της γενιάς της. Οχι απλώς αρχιτέκτονας κτιρίων αλλά και κοινωνιών. Παρακαλώ, υποδεχτείτε τη Μία Νόλαν».

Ετσι παρουσιάζεται η σημαντικότερη ομιλήτρια του Future Living Forum που λαμβάνει χώρα στο Harpa, κτίριο συναυλιών και συνεδριακό κέντρο. «Είμαι ενθουσιασμένη που μου ζητήθηκε να εκφράσω τη γνώμη μου για το μέλλον. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αδικία, μισαλλοδοξία και περιβαλλοντικές αλλαγές, δύσκολα οραματιζόμαστε ένα λαμπρό μέλλον. Αλλά μπορούμε και πρέπει να το κάνουμε. Μόνο έτσι θα χτίσουμε ένα καλύτερο αύριο», λέει η ίδια.

Η κάμερα εστιάζει στο λιμάνι και καθώς απομακρύνεται, η οθόνη γεμίζει πολυγωνικά πρίσματα. Με αναφορές στον ισλανδικό κρύσταλλο και την ηφαιστειακή γεωλογία της χώρας, εξαγωνικά τρισδιάστατα γυάλινα «ψευδοτούβλα» με ειδικό διχρωματικό γυαλί και καθρέφτη, συνθέτουν την καλειδοσκοπική όψη και οροφή του Harpa. Το φως διαθλάται, αντανακλά, φιλτράρεται και ανακυκλώνεται παράγοντας αντικατοπτρισμούς, λάμψεις και ιριδίζοντες χρωματισμούς. Το «Crystalline» της Μπιορκ αντικαθίσταται επάξια από τους κρυστάλλινους ήχους της εισαγωγής του «Anyone Who Knows What Love Is (Will Understand)» της Ιρμα Τόμας, το μουσικό μοτίβο που διαπερνά όλους τους κύκλους του «Μαύρου καθρέφτη».

Λαμπερό τοπόσημο στην προκυμαία του Ρέικιαβικ, το Harpa είναι το φουτουριστικό ισοδύναμο του μοντερνιστικού σπιτιού της Μία στην πόλη. Η ίδια φιγουράρει στο εξώφυλλο του περιοδικού «Dwell», ζει με την οικογένειά της 80 χλμ. μακριά στην απόλυτη ερημιά και χύνει «κροκοδείλια» δάκρυα κάθε φορά που «αναγκάζεται» να σκοτώσει μόνο και μόνο για να διατηρήσει τον τρόπο ζωής της σχεδιάζοντας «οικονομικά προσιτές και αειφόρες κατοικίες για όλους».

Το Harpa δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο στο επεισόδιο, έπαιξε όμως σημαντικό ρόλο στην πρόσφατη ιστορία της Ισλανδίας. Κατάφερε από μνημείο οικονομικής κατάρρευσης να γίνει σύμβολο ανάκαμψης. Το μόνο κτίριο από τη μελέτη ανάπλασης του βιομηχανικού ανατολικού λιμανιού που υλοποιήθηκε. Η κατασκευή άρχισε το 2007 αλλά οι επενδυτές εγκατέλειψαν το έργο εξαιτίας της ισλανδικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Υστερα από έντονο σκεπτικισμό το κράτος αποφάσισε να συνεχίσει τη χρηματοδότηση. Πλέον το Harpa ανήκει στο δημόσιο, εγκαινιάστηκε το 2011 και το 2013 κέρδισε το βραβείο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη Σύγχρονη Αρχιτεκτονική – Mies van der Rohe.

Τη μελέτη του κτιρίου υπογράφουν οι Δανοί Henning Larsen Architects –μεταξύ άλλων σχεδίασαν τη Νέα Oπερα στην Κοπεγχάγη– και οι Ισλανδοί Batteriid Architects, υπεύθυνοι για την επέκταση του ισλανδικού κοινοβουλίου, σε συνεργασία με τον Δανοϊσλανδό καλλιτέχνη Ολαφουρ Ελίασον, γνωστό για τον ανατέλλοντα ήλιο «Weather Project» στην Tate Modern στο Λονδίνο.

Ο σκοπός του κτιρίου

«Πάντα χαιρόμαστε όταν η αρχιτεκτονική μας αγκυρώνει στη ζωή των ανθρώπων και στις πόλεις που ζουν. Είμαστε περήφανοι που το Harpa επελέγη ως σύμβολο της τοποθεσίας στο επεισόδιο του “Black Mirror”. Τώρα είναι ακόμα περισσότερο ριζωμένο στη σύγχρονη κουλτούρα. Αυτός ήταν πάντα ο σκοπός του κτιρίου», αναφέρει στην «Κ» ο Λούις Μπέκερ, συνεταίρος και διευθυντής σχεδιασμού του αρχιτεκτονικού γραφείου Henning Larsen και αναπληρωτής καθηγητής στο Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, Σχεδιασμού και Πολυμέσων του Πανεπιστημίου του Ααλμποργκ. «Το Harpa είναι πολλά παραπάνω από την εικονική πρόσοψη. Αυτό που το κάνει μοναδικό είναι ο συνδυασμός τέχνης, αρχιτεκτονικής και πολιτισμού. Ο χώρος προσκαλεί γείτονες και περαστικούς να μπουν και να γίνουν μέρος των καθημερινών δραστηριοτήτων στο φουαγιέ: εκεί όπου παιδιά παίζουν και ομάδες γιόγκα συν-χρησιμοποιούν τον χώρο με συναυλιακά ακροατήρια και προσκεκλημένους διεθνών συνεδρίων. Πρόκειται για τη συνέχεια της πόλης, μια απρόσκοπτη αλληλεπίδραση μεταξύ αστικού τοπίου, περιβάλλοντος και κοινότητας».

Ο Ελίασον σχεδίασε την εντυπωσιακή όψη, αν και η γεωμετρία του δωδεκάπλευρου «ψευδοτούβλου» από χάλυβα και γυαλί οφείλεται στον Εϊναρ Θορστάιν (1942-2015). Ισλανδός μηχανικός, μαθηματικός, καλλιτέχνης και στοχαστής, σπούδασε πλάι στον Φράι Οτο, πειραματίστηκε με τα πολύεδρα και τους γεωδαιτικούς θόλους του Μπάκμινστερ Φούλερ και συνεργάστηκε στενά με τον Ελίασον στο βερολινέζικο στούντιό του. «Ο Εϊναρ ήταν οραματιστής με το απίστευτο χάρισμα να οπτικοποιεί πολύπλοκες γεωμετρικές μορφές χωρίς τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή», τονίζει ο Ελίασον.

Με τη βοήθεια όμως της τεχνολογίας, η περίπλοκη ουτοπική όψη μετατρέπεται σε κρυστάλλινο «μαύρο καθρέφτη». Σε οθόνη. Σε διαδραστική ψηφιακή πλατφόρμα που παράγει εικαστικά δρώμενα με τη χρήση πολυμέσων μεταδίδοντας μηνύματα και data. Το κοινό συνδέεται μέσω Διαδικτύου προγραμματίζοντας τα χρώματα και την ένταση του φωτός χάρη στην τεχνολογία φωτισμού LED, ενώ αποτυπώνονται ψηφιακά οι πληροφορίες διαλέξεων και συναυλιών.

Το 2014, οι Αλτι Μπόλασον και Οουεν Χίντλεϊ χρησιμοποίησαν την όψη του Harpa ως γιγαντιαία οθόνη προβολής του ηλεκτρονικού παιχνιδιού Pong. Διαδικτυακά και ασύρματα, ο κόσμος χρησιμοποίησε το έξυπνο κινητό του ως τηλεχειριστήριο για να παίξει «συνεργατικά» το πρώτο βιντεοπαιχνίδι της Atari. Το 2016, οι Χαλντόρ Ελντιάρν και Πόρντουρ Χανς Μπάλντουρσον, με το έργο «Paint Splatter», μετέτρεψαν την πρόσοψη σε διαδραστικό καμβά παράγοντας ένα εναλλασσόμενο πολύχρωμο μεγα-θέαμα μέσω μιας εφαρμογής στο κινητό όπου διάλεγες χρώματα και τα εκτόξευες στην οθόνη. Οι νέες τεχνολογίες μεταμορφώνουν τις όψεις των κτιρίων ενεργοποιώντας ταυτόχρονα τον δημόσιο χώρο.

Μετά τη δύναμη των likes και την ισχύ των social media, τα εμφυτεύματα παρακολούθησης, τις προσομοιώσεις εικονικής πραγματικότητας και τους αλγόριθμους σχέσεων, στον επόμενο κύκλο του «Black Mirror» ο Τσάρλι Μπρούκερ θα μπορούσε να σκαρφαλώσει σε ψηφιακές προσόψεις εξερευνώντας με τον παραμορφωτικό προβολέα του τη δυναμική μεταξύ ανθρώπινης κλίμακας και αστικών μνημειακών κατασκευών στη sci fi μετασυνθήκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ