ΒΙΒΛΙΟ

Η μουσική εξαφανίζει την κτηνωδία

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Το Ζάλτσμπουργκ, γενέτειρα του Μότσαρτ, γεμίζει τουρίστες και γραφικές φιγούρες την περίοδο του θερινού φεστιβάλ Salzburg Festspiele.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

RAPHAEL JERUSALMY
Να σώσουμε τον Μότσαρτ
Το ημερολόγιο του Oτο Γ. Στάινερ
μτφρ. - σημ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. Μελάνι, 2018, σελ. 150

1939. Σε ένα σανατόριο του Ζάλτσμπουργκ ένας μουσικοκριτικός ονόματι Οτο Στάινερ νοσηλεύεται με φυματίωση. Βετεράνος και τραυματίας του Μεγάλου Πολέμου, ο Στάινερ έχει εβραϊκές ρίζες τις οποίες έχει καταφέρει να αποκρύψει από τις Αρχές. Η οικογένειά του έχει διασκορπιστεί σε διάφορες χώρες και ένα του μέλημα είναι να γράφει επιστολές στον αγαπημένο του γιο (ο οποίος έχει διαφύγει στην Παλαιστίνη). Οι επιστολές γράφονται μέσα στις σελίδες του ημερολογίου που κρατάει ανελλιπώς, από το καλοκαίρι του 1939 έως το καλοκαίρι του 1940.

Είναι η δική του, εσωτερική σανίδα σωτηρίας μπροστά στη διαρκή επιδείνωση της υγείας του αλλά και στον παραλογισμό που συντελείται ολόγυρά του. Τον σώζουν, λοιπόν, η αγάπη του προς το παιδί του και, βέβαια, η λατρεία του στη μουσική.

Αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σκηνικό που στήνει στην ημερολογιακή νουβέλα «Να σώσουμε τον Μότσαρτ» ο Γάλλος Ραφαέλ Τζερουσάλμι (γενν. το 1940). Το βιβλίο (πρώτη πεζογραφική απόπειρα του βετεράνου του ισραηλινού στρατού και έμπορου παλαιών βιβλίων) προκάλεσε αίσθηση στο εξωτερικό και μέσα στις επόμενες ημέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μελάνι.

Η μουσική βρίσκεται διαρκώς στο μυαλό του Στάινερ, ο Σοπέν, ο Ρίχαρντ Στράους, ο Μπετόβεν, πάνω απ’ όλους όμως ο Μότσαρτ. Η μουσική αυτού του γνήσιου τέκνου του Ζάλτσμπουργκ μοιάζει να διαγράφει, να εξαφανίζει όλη αυτή την ανθρώπινη κτηνωδία που συμβαίνει, ακόμα και στην παραμυθένια αυστριακή πόλη και να αποκαθιστά την τάξη του κόσμου. Η επιλογή του Μότσαρτ από τον συγγραφέα δεν είναι τυχαία. Από τη μια, έχουμε την εύστοχη δραματουργική αφετηρία με τη διοργάνωση από τους ναζί του περίφημου φεστιβάλ Μότσαρτ (Salzburg Festspiele) στη μητρική πόλη του τελευταίου. Από την άλλη, η επιλογή του Μότσαρτ έχει, νομίζω, να κάνει και με το εξής: ο ναζισμός δεν είναι μόνον συνώνυμος του μίσους προς τον άλλο μα και προς την ίδια τη ζωή, με όλες της τις αντιφάσεις και πολυχρωμίες, τις οδύνες και τις ηδονές της. Ο μηδενισμός των ναζί έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με το μοτσάρτειο μουσικό μέτρο. Κάποιοι αποκάλεσαν τον Μότσαρτ «χαρωπό», αγνοώντας μάλλον ότι σπάνια μέσα σε μια μουσική φόρμα να συνδυάστηκε τόσο πυκνά και ισορροπημένα η αγάπη για τη ζωή μαζί με την απελπισία για τη ζωή – αυτό που, με άλλα λόγια, συνιστά τον κανόνα του ανθρώπινου βίου.

Ετσι, στη δραστική, συγκινητική, όσο και χιουμοριστική κάποιες στιγμές, αυτή νουβέλα, η επικείμενη διοργάνωση του περίφημου φεστιβάλ από τους ναζί εισέρχεται στον πυρήνα της –εσωτερικής κυρίως– δράσης της. Οι ναζί θέλουν να κάνουν την προπαγάνδα τους μέσω του Μότσαρτ και ο Στάινερ, ο οποίος στο μεταξύ καλείται από έναν φίλο και συνεργάτη του να συνδράμει στη διοργάνωση του φεστιβάλ, αποφασίζει όμως όχι μόνον να υπονομεύσει την προσπάθεια των ναζιστών αλλά ακόμα και να προβεί σε μια προσωπική αποστολή αυτοκτονίας, η οποία, εφόσον πετύχει, θα μπορούσε να μεταβάλει την πορεία του πολέμου. Δεν θα αποκαλύψουμε περισσότερα για την έκβαση του εγχειρήματος πέραν ίσως από το ότι ο Στάινερ στήνει αριστοτεχνικά μια φάρσα που ουσιαστικά ακυρώνει όλο το ναζιστικό ιδεολογικό οικοδόμημα και μάλιστα μέσα από τη μουσική. Βεβαίως, το κύριο μέλημα του Στάινερ δεν είναι να σώσει τον κόσμο ή την Ευρώπη ή τον εαυτό του. Η εμμονή του είναι να σώσει τον Μότσαρτ από μια τέτοια ταπείνωση – μόνον έτσι θα σώσει και τον κόσμο!

Ηθος και προσφορά

Από τις σελίδες του βιβλίου του Τζερουσάλμι δεν παρελαύνουν μονάχα επιφανείς ναζί αλλά και μεγάλοι μουσικοί του εικοστού αιώνα: Κάραγιαν, Καρλ Μπεμ, Φουρτβένγκλερ, Σνάιντερχαν και άλλοι. Ο ρόλος του καθενός στο καθεστώς υπονοείται συχνά (αν και όποιος έχει στοιχειωδώς διαβάσει τα βιογραφικά των ανωτέρω, γνωρίζει καλά τα τεκταινόμενα) και είναι εκπληκτικό πώς αυτός ο άρρωστος Εβραίος που βρίσκεται στην καρδιά της σφηκοφωλιάς μπορεί να πάρει την αναγκαία απόσταση προκειμένου να είναι σε θέση να εκτιμήσει την τεράστια μουσική προσφορά του καθενός παρά την αμφίβολη ηθική υπόσταση ορισμένων.

Στο ήσυχο, γλυκόπικρο και θλιμμένο τέλος, το ποια είναι η μοίρα του Στάινερ υπονοείται αριστοτεχνικά. Ωστόσο, έχει πετύχει τον σκοπό του και δεν υπάρχει καμία αίσθηση ματαιότητας, μονάχα μια γερή αίσθηση ζωής, της δυναμικής της ζωής, της περιέργειας για τη ζωή, για τη ζωή ως μουσική, για τη ζωή που παρά τη βραχύτητα και την ευθραυστότητά της, πατάει πάνω στον θάνατο και γίνεται διάρκεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ