ΜΟΥΣΙΚΗ

Τρεις εποχές σε μια βραδιά πρότεινε ο Ιβάν Φίσερ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Μια ξεχωριστή βραδιά πρότεινε στο κοινό ο Ιβάν Φίσερ με την Ορχήστρα του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης κατά την πιο πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα. Στις 19 Ιανουαρίου, στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» δεν επέλεξε απλώς τρία έργα από τρεις διαφορετικές περιόδους της μουσικής, αλλά τα απέδωσε με σύνολα που σε γενικές γραμμές ανταποκρίνονταν στις συγκεκριμένες αισθητικές απαιτήσεις κάθε εποχής.

Πρακτικά, αυτό σήμαινε ότι για την Ορχηστρική σουίτα αρ. 2 του Μπαχ, έργο του μπαρόκ με το οποίο ξεκίνησε το πρόγραμμα, στη σκηνή βρέθηκαν μόλις οκτώ μουσικοί. Στη συνέχεια, για το τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, έργο της κλασικής περιόδου, εμφανίστηκε για πρώτη φορά η προσκεκλημένη ορχήστρα σε ένα σχηματισμό περίπου εξήντα μουσικών. Τέλος, στο δεύτερο μέρος, για την πληθωρική δεύτερη Συμφωνία του Ραχμάνινοφ, γραμμένη το 1906-07, τα μέλη της ορχήστρας αυξήθηκαν περαιτέρω, φτάνοντας περίπου τα ογδόντα.

Βασικό κριτήριο στον σχεδιασμό του προγράμματος υπήρξε η επιλογή δημοφιλών συνθέσεων, ώστε να εξασφαλιστεί η προσέλευση του κοινού. Το όνομα του Μπετόβεν αρκεί από μόνο του προκειμένου να προσελκύσει ακροατήριο, ενώ τα άλλα δύο έργα του προγράμματος διαθέτουν από ένα πασίγνωστο μέρος, το οποίο αυτομάτως καθιστά ολόκληρες τις συνθέσεις κατάλληλες για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση της δεύτερης Ορχηστρικής σουίτας του Μπαχ πρόκειται για τη χαριτωμένη «μπαντινερί», στην οποία πρωταγωνιστεί το φλάουτο, ενώ στη δεύτερη Συμφωνία του Ραχμάνινοφ πασίγνωστο είναι το τρίτο μέρος, αντάτζιο.

Για να μην υπάρχει παρεξήγηση, η διαμόρφωση του προγράμματος δεν αφορούσε μονάχα την Αθήνα. Η ορχήστρα, που έφτασε εδώ στο πλαίσιο περιοδείας, παρουσίασε το ίδιο πρόγραμμα σε Νέα Υόρκη και Ρέικιαβικ πριν από την Αθήνα και τη Βουδαπέστη.

Γνώση και μουσικότητα

Δεν είναι συνηθισμένο μια συναυλία συμφωνικής ορχήστρας να ξεκινά με έργο που αποδίδεται από μόλις οκτώ μουσικούς και συνδυασμό σύγχρονων με «ιστορικά» όργανα, όπως το μπαρόκ πλάγιο φλάουτο, το τσέμπαλο και το μικρό φορητό εκκλησιαστικό όργανο, τα οποία, επιπλέον, δεν αποτελούν μέρος συμφωνικού συνόλου. Σε κάθε περίπτωση και παρά τις γνωστές επιφυλάξεις σχετικά με την απόδοση ενός συνόλου δωματίου σε μια δυσανάλογα μεγάλη αίθουσα, το αποτέλεσμα υπήρξε από κάθε άποψη πειστικό, χάρη στις ικανότητες και στη μουσικότητα των ερμηνευτών. Η ανάλαφρη όσο και πνευματικά διεγερτική αυτή εισαγωγή στη βραδιά ολοκληρώθηκε με κομψότητα, χάρη στη δεξιοτεχνική απόδοση του τελικού «σκέρτσο», δηλαδή της περίφημης «μπαντινερί», την οποία η φλαουτίστρια ερμήνευσε υποδειγματικά.

Ηταν αυτή πράγματι μια καλή εισαγωγή στο 3ο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν το οποίο ακολούθησε και το οποίο απέδωσε συναρπαστικά ο πιανίστας Ντένες Βάριον σε συνεργασία με την Ορχήστρα του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης υπό τον Ιβάν Φίσερ. Μια ερμηνεία καλά μελετημένη και λιτή, χωρίς περιττά στοιχεία εντυπωσιασμού. Το παίξιμο του Βάριον, ο οποίος αντικατέστησε σε όλη την περιοδεία τον αρχικά προβλεπόμενο Ράντου Λούπου, ήταν διαυγές, οι φράσεις άριστα αρθρωμένες και ο ρωμαλέος ήχος του βρισκόταν σε διαρκή διάλογο με την ορχήστρα. Ομοια, ο Φίσερ απέφυγε τη θεατρικότητα, τις έντονα δραματικές εναλλαγές σε ταχύτητες και δυναμική, και εστίασε στη μελωδικότητα της μουσικής και στην ανάδειξή της μέσα από εύστοχους τονισμούς λεπτομερειών. Για ακόμη μία φορά, το συμπέρασμα ήταν πως ορισμένα έργα όχι μόνο διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον τους, όσες φορές και εάν τα έχει ακούσει κάποιος, αλλά επιπλέον έχουν την ικανότητα να συναρπάζουν σαν να τα ακούει κανείς κάθε φορά για πρώτη φορά.

Εξαιρετική ορχήστρα

Δύσκολα θα ισχυριζόταν κανείς το ίδιο για τη φλύαρη δεύτερη Συμφωνία του Ραχμάνινοφ: Σχεδόν κατανοεί εκείνους τους αρχιμουσικούς, οι οποίοι περικόπτουν δραστικά το έργο, περιορίζοντας τη διάρκειά του από μία ώρα σε μισή! Ατελείωτη καλλιέπεια και συναισθηματισμοί, οι οποίοι ακόμη και όταν αποδίδονται άριστα, καταλήγουν να λιγώνουν.

Πράγματι, ο κλαρινετίστας της Ορχήστρας του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης, όπως ανεξαιρέτως και όλοι οι μουσικοί της ορχήστρας, έκαναν το καλύτερο προκειμένου να υπερασπιστούν ένα έργο, το οποίο άνοιξε δρόμους στη μουσική για τον κινηματογράφο των ταινιών του Χόλιγουντ κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ο δε Ιβάν Φίσερ συγκέντρωσε τα «χαμηλά» έγχορδα, τσέλα και κοντραμπάσα στο κέντρο, με τα δεύτερα ανεβασμένα σε αναβαθμό, πίσω από τα πνευστά, έτσι ώστε να ενισχύεται η ένταση του ήχου και οι περίφημες πλατιές μελωδίες του έργου να πλημμυρίζουν την αίθουσα, επιφέροντας ενθουσιώδες χειροκρότημα. Τι παραπάνω να ζητήσει κανείς;

Συνολικά, ήταν μια βραδιά κατά την οποία οι μουσικοί της θαυμάσιας ορχήστρας και ο εξίσου ικανός αρχιμουσικός τους επέδειξαν ιδιότητες χαμαιλέοντα. Ξεκίνησαν ως σύνολο μουσικής δωματίου με ένα αριστούργημα του μπαρόκ, απέδωσαν με τρόπο που φανέρωνε γνώση και εξοικείωση ένα από τα ωραιότερα και σημαντικότερα κοντσέρτα για πιάνο και ολοκλήρωσαν το πρόγραμμά τους ερμηνεύοντας με τους κανόνες του μεγάλου θεάματος ένα έργο που στοχεύει στο άμεσο συναίσθημα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ