ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αυξάνονται τα 5άστερα, εξαφανίζονται τα μικρά ξενοδοχεία

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

Το 2000 τα πεντάστερα ξενοδοχεία αποτελούσαν μόλις το 6% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Δεκαεπτά χρόνια μετά, το ποσοστό τους έχει τριπλασιαστεί και αποτελεί το 18,1% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Ταυτόχρονα μειώνεται και το ποσοστό των ξενοδοχείων που ανήκουν στη χαμηλότερη κατηγορία, από 8,9% το 2000 σε 6,5% το 2017.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρισμός

Η επιβίωση των ελληνικών ξενοδοχείων στα χρόνια της κρίσης έχει καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας πολλών μονάδων, κυρίως χαμηλότερων κατηγοριών. Από το 2000 καταγράφεται σταθερή αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού στην Ελλάδα. Το 2000 τα πεντάστερα ξενοδοχεία αποτελούσαν μόλις το 6% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Δεκαεπτά χρόνια μετά το ποσοστό των πεντάστερων ξενοδοχείων έχει τριπλασιαστεί και αποτελεί το 18,1% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Ταυτόχρονα μειώνεται και το ποσοστό των ξενοδοχείων που ανήκουν στη χαμηλότερη κατηγορία, από 8,9% το 2000 σε 6,5% το 2017.

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαπέντε ετών (2012-2017) άνοιξαν 498 νέα ξενοδοχεία στην Ελλάδα, συνολικής δυναμικότητας 17.153 δωματίων. Στο ίδιο διάστημα διέκοψαν τη λειτουργία τους 427 μονάδες συνολικής δυναμικότητας 11.715 δωματίων. Το 86% των μονάδων που άνοιξαν –οι οποίες αντιστοιχούν στο 91% των νέων δωματίων– εντάχθηκαν στις τρεις υψηλότερες κατηγορίες ξενοδοχείων, ενώ από τις μονάδες που διέκοψαν τη λειτουργία τους, περίπου το 70% –και 54% σε όρους δωματίων– προερχόταν από τις 2 χαμηλότερες κατηγορίες. Το μέσο μέγεθος του ελληνικού ξενοδοχείου παραμένει πάντως για χρόνια σταθερό και κυμαίνεται περίπου στα 42 δωμάτια. «Παράγοντες που οδηγούν στο κλείσιμο των ξενοδοχείων πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στην οικονομική κρίση, αλλά και στην υπέρμετρη φορολόγηση του τουριστικού κλάδου, την αλματώδη ανάπτυξη της παραξενοδοχίας (βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb) και την αδυναμία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση», επισημαίνεται στη μελέτη του ΞΕΕ και του ΙΤΕΠ.

Οσον αφορά την τιμολογιακή πολιτική, τον Μάιο του 2017, το 78,0% των ξενοδοχείων διέθεσε τα δωμάτιά του σε τιμές κάτω των 80 ευρώ την ημέρα. Μόνον το 5,0% των ξενοδόχων πέτυχαν να διαθέσουν τα δωμάτιά τους σε τιμές άνω των 150 ευρώ. Αντίθετα, τον Αύγουστο του 2017, το 58% των ξενοδοχείων διέθεσε τα δωμάτιά του κάτω από 80 ευρώ και το 12,6% πάνω από 150.

Οι πέντε περιφέρειες που συγκεντρώνουν το 85% των επισκέψεων και το 85%-90% των εισπράξεων και διανυκτερεύσεων είναι με ιεραρχική σειρά εισπράξεων, το Νότιο Αιγαίο (25,9%), η Κρήτη (23,1%), τα Ιόνια Νησιά (13,5%), η Αττική (13,2%) και η Κεντρική Μακεδονία (13,2%). Πρώτη σε εισπράξεις και διανυκτερεύσεις είναι η Περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου, ενώ η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας είναι πρώτη σε επισκέψεις. Τα αντίστοιχα μερίδια των υπόλοιπων περιφερειών κυμαίνονται από 0,3% έως 4,2%. Οσον αφορά το ξενοδοχειακό δυναμικό, στις πέντε αυτές περιφέρειες συγκεντρώνεται το 78% του ξενοδοχειακού δυναμικού σε όρους δωματίων.

«Αναδεικνύεται συνεπώς ένα σημαντικό πρόβλημα για τη βιωσιμότητα και το μέλλον του ελληνικού τουρισμού: Είναι άμεση προτεραιότητα η αναβάθμιση και προώθηση των περιοχών που υστερούν τουριστικά, ώστε να αμβλυνθούν οι ανισότητες και να αναδειχθούν σε νέους τουριστικούς προορισμούς που θα αποτελέσουν πόλο έλξης νέων τουριστικών ρευμάτων με θετικές επιδράσεις στις τοπικές οικονομίες», σημειώνουν οι συντάκτες της μελέτης.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ