ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Διάλογος με προσεκτικά βήματα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΙΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ελλάδα επιχειρεί να διευθετήσει χρονίζουσες διαφορές που ταλανίζουν τις σχέσεις της με δύο εκ των βορείων γειτόνων της (ΠΓΔΜ και Αλβανία). Σε ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσαμε: να επιβεβαιώσουμε στην πράξη τον εποικοδομητικό μας ρόλο ως παράγοντα περιφερειακής σταθερότητας, να ανακτήσουμε μερικώς τη θέση μας στη ΝΑ Ευρώπη, να συσσωρεύσουμε διπλωματικό κεφάλαιο, χρησιμοποιώντας το σε πιο κρίσιμα εθνικά θέματα (βλ. Τουρκία), και να ανακόψουμε τη δυναμική ανάπτυξης ερεισμάτων από πλευράς Τιράνων, Αγκυρας αλλά μελλοντικά και του Βελιγραδίου. Αλλωστε, τα ανθελληνικά αισθήματα σε FYROM και Αλβανία φαίνεται να βρίσκονται σε έξαρση και καλό θα ήταν να καταλαγιάσουν – θετικό, πως η Αθήνα άνοιξε το παράθυρο διαλόγου. Ούτως ή άλλως, η ΠΓΔΜ θα έπρεπε να αποτελεί ήδη φυσικό μας σύμμαχο και σχετικό ανάχωμα για τις βλέψεις άλλων κρατών της περιοχής (ακόμη και της Βουλγαρίας).

Πάντως, επειδή το σημείο αναφοράς είναι τα Βαλκάνια, καλό θα είναι να κινηθούμε μεν με αποφασιστικότητα, λαμβάνοντας, εντούτοις, εγκαίρως τα μέτρα μας. Στην περιοχή έχει αποδειχθεί ότι οι διμερείς συμφωνίες δεν έχουν ουσιαστική ισχύ, εκτός εάν τεθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και κάτω από ένα μηχανισμό συνεχούς παρακολούθησης. Ασφαλώς, μια λύση-πακέτο με την Αλβανία είναι καλοδεχούμενη, στον βαθμό που θα είναι ισορροπημένη και με χρονοδιάγραμμα εφαρμογής. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για την ελληνική μειονότητα. Ενθαρρυντικές είναι οι τελευταίες (αν και όψιμες) ενέργειες για την ανέγερση νεκροταφείων για τους Ελληνες πεσόντες, καθώς και η κατάργηση των μειονοτικών ζωνών, όπως και η πρόβλεψη για αλλαγές στα σχολικά βιβλία. Από εκεί και πέρα, παρότι υπάρχουν υποθέσεις που φαινομενικά μπορεί να μη συνδέονται αλλά τελικά συσχετίζονται, δεν μπορεί η ελληνική πλευρά να μη λάβει υπόψη της στον όποιο συμβιβασμό για τις θαλάσσιες ζώνες τόσο το προηγούμενο της συμφωνίας του 2009 (την οποία οι Αλβανοί αναίρεσαν) όσο και τις θέσεις της έναντι της Τουρκίας στο Αιγαίο. Δεν πρέπει, συνεπώς, να αποδεχθούμε αλλαγή μεθοδολογίας (π.χ. μειωμένη επήρεια των Διαποντίων Νήσων), την οποία η Αγκυρα θα χρησιμοποιήσει εις βάρος μας στο μέλλον.

Εξίσου, πρέπει να αντιμετωπίσουμε συλλογικά και αποτελεσματικά τους αλυτρωτισμούς (κρυφούς ή φανερούς), καθώς οι αναθεωρητικές ατζέντες πλήττουν καίρια την προοπτική αποκατάστασης της περιφερειακής τάξης. Εδώ η επανέναρξη της ενταξιακής διαδικασίας για τα Δυτικά Βαλκάνια είναι αξιοποιήσιμη, παρέχοντάς μας τη δυνατότητα να θέσουμε την αυστηρή τήρηση του απαραβίαστου των συνόρων ως προαπαιτούμενο, απαιτώντας σχετικές εγγυήσεις εντός ευρωπαϊκού πλαισίου. Μάλιστα, δεδομένης της ρευστότητας και της αναζωπύρωσης των εθνικισμών, η συγκεκριμένη προδιαγραφή (για σεβασμό των υφιστάμενων συνόρων) δεν θα αφορά μόνο την Αλβανία αλλά το σύνολο των υπό ένταξη κρατών. Επικαλούμενη το παράδειγμα κρατών της Ανατολικής Ευρώπης που διολίσθησαν στον αυταρχισμό και τους εθνικισμούς κατόπιν της ένταξής τους, η Αθήνα μπορεί να πιέσει ώστε να ληφθούν οι αναγκαίες πρόνοιες ως προς τις δυτικοβαλκανικές χώρες. Ετσι, θα βάλει τη σφραγίδα της, κατοχυρώνοντας στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα συμφέροντά της.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ