ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ*

Εγκλωβισμένοι στον βαλκανικό βάλτο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​είτε τη μεγάλη εικόνα. Πριν από εννιά χρόνια ακριβώς, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής ζήτησε τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης· η βοή από το τσουνάμι ήταν ήδη αντιληπτή. Πώς αντέδρασε ο Γιώργος Παπανδρέου; «Η Ν.Δ. πολιτεύτηκε πέντε χρόνια διχάζοντας την κοινωνία […]. Συνενόχους ζητάτε, απλώς για να διατηρηθείτε στην εξουσία», είχε πει. 

Οι ρόλοι άλλαξαν το 2009. Ο κ. Παπανδρέου πήρε το πηδάλιο της χώρας, όταν το τσουνάμι ερχόταν ήδη ορμητικά καταπάνω της. Ζήτησε τη συναίνεση του προέδρου της Ν.Δ. για την εφαρμογή του μνημονίου. «Δεν θα συναινέσω στο λάθος», απάντησε ο κ. Σαμαράς.

Ο τροχός γύρισε ξανά. Ο κ. Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός και ο κ. Τσίπρας αρχηγός της αντιπολίτευσης. Συναίνεση ζητούσε ο πρώτος (ειδικά για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας)· «καταστρέφετε τη χώρα, φύγετε τώρα», απαντούσε ο δεύτερος.

Εχει ο καιρός γυρίσματα. Πρωθυπουργός αργότερα ο κ. Τσίπρας, ανακάλυψε την αξία της «υπευθυνότητας»! Ζητά τη συναίνεση της Ν.Δ. για την οικονομία και, εσχάτως, το Μακεδονικό. «Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συναίνεσης», απαντά ο κ. Μητσοτάκης. «Οι Ελληνες δεν εμπιστεύονται τον κ. Τσίπρα να διαπραγματευτεί τίποτα».

Τι δείχνει η μεγάλη εικόνα; Ενα βαθιά συγκρουσιακό κομματικό σύστημα που αντιμετωπίζει μείζονα θέματα με τον κύριο κώδικα λειτουργίας του: την πολωτική αντιπαράθεση. Η διαχείριση των συλλογικών υποθέσεων διαθλάται μέσω ενός εγγενώς συγκρουσιακού κομματικού φίλτρου. Είτε πρόκειται για τις διεθνείς σχέσεις, την οικονομία ή τη διαφθορά, οι χειρισμοί αποκαλύπτουν συνήθως στενή ιδιοτέλεια: την απαξίωση του αντιπάλου. Απουσιάζει ένα κοινό πλαίσιο αυτονόητων αξιών. Κυριαρχεί η άνευ αρχών επιθυμία για κατίσχυση.

Είναι δυνατόν, σε ένα πολωτικό πολιτικό παιχνίδι, να διαχειριστεί μια κυβέρνηση εθνικά επωφελώς (δηλαδή με τρόπο που να υπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας) το Μακεδονικό; Οταν κυριαρχεί η εχθρότητα (όχι απλώς η αντιπαλότητα) στη σχέση κυβέρνησης - αξιωματικής αντιπολίτευσης, γιατί να μην πάει ένα βήμα παραπέρα ο απλός πολίτης και να πει «δεν εμπιστευόμαστε κανέναν πολιτικό» (βλ. ρεπορτάζ «Κ», 6.2.18); Ή να εκστομίσει ρυθμικά «αλήτες, προδότες, πολιτικοί, η Μακεδονία είναι ελληνική»; Η ακραία πόλωση δεν υπονομεύει απλώς τον αντίπαλο, απονομιμοποιεί την ίδια την πολιτική.

Δυσκολευόμαστε να λύσουμε τα χρονίζοντα προβλήματά μας, κυρίως γιατί έχουμε εθιστεί να τα αντιμετωπίζουμε σε ένα συγκρουσιακό πλαίσιο, από το οποίο απουσιάζουν οι αυτονόητες δεσμεύσεις σε κοινές αξίες. Η έλλογη διαχείριση του κοινού συμφέροντος (ο σκοπός της πολιτικής) διαθλάται από την άμετρη επιθυμία για κομματική κατίσχυση. Το αποτέλεσμα είναι καιροσκοπική σύγκρουση και μετάθεση των λύσεων στο μέλλον (όταν μπορούμε) και, συγχρόνως, ο εγκλωβισμός των πολιτικών παικτών σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Πώς αλλάζει αυτή η κατάσταση; Δύσκολα, και υπό όρους. Συνήθως απαιτούνται συγκυρία κρίσης και μετασχηματιστική ηγεσία. Εχουμε το πρώτο, λείπει το δεύτερο. Ο ηγέτης που μετασχηματίζει επιδιώκει να αλλάξει το παιχνίδι, όχι να κάνει ακόμη μία κίνηση στο ίδιο παιχνίδι. Το πετυχαίνει διακινδυνεύοντας κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν. Τότε πείθει για την αυθεντικότητά του και την προσήλωση σε έναν ευρύτερο κοινό σκοπό.

Το Μακεδονικό έχει μικρές πιθανότητες να λυθεί. Ο Τσίπρας δεν έχει στόφα κυβερνήτη, αλλά εξουσιολάγνου δημαγωγού. Ο Μητσοτάκης εγκολπώνεται καιροσκοπικά τη λαϊκή δυσφορία για τους «εθνομηδενιστές» για ίδιον κομματικό όφελος. Ουδείς θέλει να διακινδυνεύσει οτιδήποτε. Με την κοινή γνώμη εναντίον της σύνθετης ονομασίας, την οποία όμως τα πλείστα κόμματα αποδέχονται, απαιτείται ανάστημα μετασχηματιστικού ηγέτη και μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο για να μπορέσει ένας πρωθυπουργός να παρακάμψει τη λαϊκή επιθυμία, χάριν του στρατηγικού συμφέροντος της χώρας.

Ο λαός θέλει ασφάλεια αλλά δεν έχει την απαιτούμενη γνώση να τη διασφαλίσει στρατηγικά. Συχνά παρασύρεται συναισθηματικά όταν νοιώθει ότι απειλείται η αυτοαντίληψή του. Αν είναι δε ένας ταπεινωμένος λαός, τότε η φαντασιωσική ταύτισή του με το «ένδοξο έθνος» αφενός αναπληρώνει τη εξαθλιωμένη πραγματικότητα που βιώνει, αφετέρου απαλύνει τις ενοχές που νιώθει για την εθνική κατρακύλα (στην οποία ο ίδιος συνεισέφερε). Παθιάζεται (έτσι νομίζει) για του έθνους την τιμή, έστω κι αν στο ντουλάπι δεν υπάρχει ψίχα ψωμί.

Οι εκπρόσωποί του όμως –οι ταγοί του– οφείλουν να βλέπουν ορθολογικά τη μεγάλη εικόνα και να δρουν στον μακρύ χρόνο. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα του Τζέιμς Μάντισον κατά της άμεσης δημοκρατίας, όταν θεμελιώθηκε η Αμερικανική Δημοκρατία: οι εκπρόσωποι του λαού θα είναι, κατά τεκμήριο, οι καλύτεροι, και θα βουλεύονται, κατ’ αρχήν, με κριτήριο το εθνικό συμφέρον.

Η προϋπόθεση είναι να λειτουργεί ενάρετα ο κύκλος αντιπροσώπευσης: οι πολίτες να εμπιστεύονται τους πολιτικούς και οι πολιτικοί να υπάγουν την αντιπαράθεσή τους στην υπηρεσία του κοινού καλού. Οσο αυτά απουσιάζουν, τόσο πολίτες και πολιτικοί δεν θα βρίσκουν γλώσσα έλλογης συνεννόησης· το ανεξέλεγκτο λαϊκό θυμικό και το ιδιοτελές κομματικό συμφέρον θα παράγουν ασυνάρτητο λόγο και ανορθολογική πράξη. Λαϊκά συλλαλητήρια θα μεταμφιέζονται σε «δήμο», καιροσκοπικοί κομματικοί υπολογισμοί θα υποκρίνονται το κοινό καλό και ο Μίκης Θεοδωράκης θα υποδύεται, ως συνήθως, τον... Μίκη Θεοδωράκη!

Θα είμαστε στον βαλκανικό βάλτο για καιρό ακόμα.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ