ΝΤΕΣΜΟΝΤ ΛΑΚΜΑΝ*

Τι σηματοδοτεί η διόρθωση στη Wall Street

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​ξίζει τον οίκτο μας ο Τζερόμ Πάουελ, ο νέος πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ. Λιγότερο από μία εβδομάδα αφότου ανέλαβε τη νέα του θέση, οι αμερικανικές χρηματαγορές τού έστειλαν την περασμένη εβδομάδα κάτι πολύ ηχηρά μηνύματα. Η απότομη αύξηση των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου, σχεδόν στο 3%, σηματοδοτεί στον νέο πρόεδρο της Fed ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος επιστροφής του πληθωρισμού. Εν τω μεταξύ, η βουτιά του αμερικανικού χρηματιστηρίου, που ξεπέρασε το 10% σε μόλις μία εβδομάδα, τον προειδοποιεί ότι πολλοί παράγοντες της αγοράς φοβούνται ότι η αναρρίχηση των τιμών των μέτοχων ήταν τέτοια που υποδήλωνε «φούσκα».

Η πραγματικότητα είναι ότι η Τζάνετ Γέλεν, η προκάτοχος του κ. Πάουελ, κληροδότησε μια πολύ δύσκολη κατάσταση στον διάδοχό της. Κατά τη διάρκεια του 2017, δεν αναθεώρησε το μονοπάτι αύξησης των επιτοκίων της Fed, παρά τη μεγάλη ώθηση που έλαβε η αμερικανική οικονομία από τον συνδυασμό της αύξησης 25% των χρηματιστηριακών δεικτών, της υποτίμησης κατά 10% του δολαρίου και των φοροαπαλλαγών χωρίς αντίστοιχες μειώσεις δαπανών της κυβέρνησης Τραμπ. Με την αμερικανική οικονομία ήδη να καταγράφει ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης και την ανεργία να έχει ήδη μειωθεί στο 4%, αυτή η αδράνεια στη νομισματική πολιτική ενώπιον της επιπρόσθετης τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας αύξησε τον κίνδυνο υπερθέρμανσης της αμερικανικής οικονομίας και αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.

Αντιστοίχως, η κ. Γέλεν δεν έκανε τίποτα για να ανακόψει τη μετεωρική άνοδο των τιμών των μετοχών στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Ως αποτέλεσμα, η αποτίμηση της αξίας των αμερικανικών μετοχών έφτασε σε επίπεδα που έχουν καταγραφεί μόνο τρεις φορές στα τελευταία 100 χρόνια.

Ο κ. Πάουελ τώρα αντιμετωπίζει ένα μενού επιλογών που δεν είναι καθόλου αξιοζήλευτο. Αν κινηθεί ταχέως στην κατεύθυνση της αύξησης του επιτοκίου της Fed σε μια απόπειρα να αποτρέψει την υπερθέρμανση της αμερικανικής οικονομίας, κινδυνεύει να προκαλέσει το σκάσιμο της τρέχουσας χρηματιστηριακής «φούσκας», αφού τα σημερινά επίπεδα των τιμών των μετοχών βγάζουν νόημα μόνο σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.

Αν, από την άλλη πλευρά, δεν αυξήσει το επιτόκιο, κινδυνεύει να ενεργοποιήσει τους «τιμωρούς των ομολόγων» (bond vigilantes). Φοβούμενοι ότι επίκειται άνοδος του πληθωρισμού, οι επενδυτές αυτοί θα προβούν σε μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου και θα προκαλέσουν αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.

Ολα αυτά μπορεί να αποδειχθούν πηγή προβλημάτων και για την ευρωπαϊκή οικονομία. Ο,τι και να κάνει η Fed, τα επιτόκια στις ΗΠΑ οδηγούνται σε υψηλότερα επίπεδα, κάτι που θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο αμερικανικό χρηματιστήριο. Η αύξηση των επιτοκίων είτε θα συμβεί με συντεταγμένο τρόπο, καθοδηγούμενη από τη Fed, είτε χαοτικά, ως αποτέλεσμα της απώλειας εμπιστοσύνης των «τιμωρών των ομολόγων».

Σε κάθε περίπτωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Εξαιτίας αυτού, εξακολουθεί να ισχύει το γνωστό ρητό: όταν οι ΗΠΑ φτερνίζονται, ο υπόλοιπος πλανήτης κρυολογεί. Με την αμερικανική οικονομία να ετοιμάζεται να φτερνιστεί λόγω αυξημένων επιτοκίων και φθινόντων χρηματιστηριακών δεικτών, η ευρωπαϊκή οικονομία θα πρέπει να προετοιμαστεί για ένα κρυολόγημα.

* Ο κ. Ντέσμοντ Λάκμαν είναι Resident Fellow στο American Enterprise Institute στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εχει διατελέσει υψηλόβαθμο στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της εταιρείας Salomon Smith Barney, με ειδίκευση στις αναδυόμενες αγορές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ