Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Η άπιαστη κανονικότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ Πιερ Μοσκοβισί, ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, δήλωσε πρόσφατα ότι πιστεύει πως με τη λήξη του μνημονίου, η Ελλάδα θα μπορούσε σταδιακά να ξαναγίνει μια κανονική χώρα. Πράγματι, η κανονικότητα είναι η λέξη που περισσότερο ίσως από κάθε άλλη εκφράζει το κυρίαρχο ζητούμενο για τη χώρα.

«Κανονική» χώρα δεν είναι η τέλεια χώρα. Οι «κανονικές» χώρες έχουν τα προβλήματα και τις αρρυθμίες τους, αλλά αυτό που τις χαρακτηρίζει είναι πως παράγουν απρόσκοπτα τα βασικά συστατικά που χρειάζεται μια κοινωνία για να λειτουργήσει ομαλά: ευημερία για τους πολλούς, ελευθερία, τάξη και ασφάλεια για όλους. Σε μια «κανονική» χώρα δεν πέφτεις για ύπνο με τον φόβο πως κινδυνεύεις να ξυπνήσεις σε μια διαφορετική πραγματικότητα εξαιτίας των πολιτικών εξελίξεων. Η ζωή είναι προβλέψιμη, γι’ αυτό και συνήθως εκλαμβάνεται ως βαρετή. Γι’ αυτό και οι Κινέζοι αντιλαμβάνονται τη φράση «είθε να ζήσεις σε ενδιαφέρουσες εποχές» ως κατάρα και όχι ως ευχή. Και γι’ αυτό φαινόμενα όπως ο Τραμπ ή το Brexit είναι τόσο ανησυχητικά: ακριβώς επειδή θέτουν την κανονικότητα υπό αμφισβήτηση.

Αρκετοί είναι αυτοί που ταυτίζουν την προσκόλληση στην κανονικότητα με ένα πνεύμα συντήρησης. Κάνουν όμως κάνουν λάθος, γιατί η κανονικότητα δεν ισοδυναμεί με τη στασιμότητα. Οι κοινωνίες, π.χ., της μεταπολεμικής Δύσης έχουν αλλάξει ραγδαία μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια, χωρίς να έχουν θυσιάσει την κανονικότητά τους. Αντίθετα, η χρεοκοπία του 2010 υπήρξε αναμφίβολα για τη χώρα μας μια ρήξη της κανονικότητας. Είναι επομένως φυσικό η κοινωνία να αποζητά την επιστροφή της σε αυτή.

Οταν μιλούν για επιστροφή στην οικονομική κανονικότητα, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπονοούν πως αυτό θα σημάνει αυτόματα και την επιστροφή στην πολιτική και κοινωνική κανονικότητα. Πρόκειται για προβληματική αντίληψη. Και αυτό γιατί η οικονομία μπορεί να βελτιώνεται (όπως και όσο βελτιώνεται) χωρίς όμως αυτό να ανατρέπει την κοινωνική τελμάτωση ή τον πολιτικό κατήφορο της χώρας.

Την ερμηνεία αυτή ενισχύουν οι δύο πιο προβεβλημένες πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις. Αφενός τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό δείχνουν πως μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας χρησιμοποιεί ως κυρίαρχο (αν όχι μοναδικό) μέσο πολιτικής έκφρασης τον εθνικοπατριωτισμό, αδυνατώντας παράλληλα να κινητοποιηθεί για κομβικά ζητήματα, όπως η δυσλειτουργία της Παιδεία ή της Δικαιοσύνη. Αφετέρου, η επανάκαμψη της σκανδαλολογίας δείχνει πως η καταπολέμηση της διαφθοράς χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση ως αφορμή για μια επιχείρηση εξόντωσης των πολιτικών της αντιπάλων.

Μπορούμε όμως να κάνουμε λόγο για κανονικότητα όταν η πολιτική εικόνα μιας χώρας φαίνεται να εξαντλείται στα πατριωτικά συλλαλητήρια και στις δικαστικές επιθέσεις εναντίον της αντιπολίτευσης; Μάλλον όχι. Στα δημοκρατικά καθεστώτα, οι αντιπολιτεύσεις είναι εκείνες που ελέγχουν τις κυβερνήσεις όταν υπάρχουν υποψίες διαφθοράς. Το αντίθετο, δηλαδή η κυβέρνηση να επιτίθεται στην αντιπολίτευση διαμέσου της Δικαιοσύνης, είναι πρακτική που συναντά κανείς κυρίως σε καθεστώτα που έχουν ήδη μπει στον δρόμο προς τον αυταρχισμό.

Τον Φεβρουάριο του 2015, μια ομάδα βουλευτών του κυβερνητικού Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας με επικεφαλής τον Pedro Carreno επισκέφθηκε τον εισαγγελέα του Καράκας για να απαιτήσει τη δικαστική δίωξη του ηγέτη της αντιπολίτευσης Julio Borges, προσκομίζοντας αδιάσειστες, όπως ανέφερε, αποδείξεις. Είχε ήδη προηγηθεί η σύλληψη του δημάρχου του Καράκας, Antonio Ledezma. Παρότι η προσπάθεια αυτή έπεσε στο κενό (δύο χρόνια αργότερα, ο Borges τιμήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση με το βραβείο Ζαχάροφ για τα ανθρώπινα δικαιώματα), η πορεία της Βενεζουέλας προς τον αυταρχισμό δεν ανακόπηκε. Αντίθετα, συνέβαλε στην επιτάχυνσή της.

Ευτυχώς, στην Ελλάδα δεν έχουμε φθάσει ακόμη στο σημείο αυτό. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, όμως, δείχνουν πως πρόθεση της κυβέρνησης δεν είναι η αντιμετώπιση των φαινομένων διαφθοράς αλλά η εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων. Και αυτό είναι αδιαμφισβήτητη ένδειξη αυταρχισμού και απομάκρυνσης από κάθε έννοια πολιτικής κανονικότητας.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ