ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προβληματισμένοι οι επενδυτές παρά την άνοδο των αγορών

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Προβληματισμένοι παραμένουν οι επενδυτές, παρά τη χθεσινή άνοδο των αγορών στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Κυρίαρχο ερώτημα είναι πότε θα ολοκληρωθεί η διόρθωση των αγορών; Μετά τις απώλειες των 5 τρισ. δολαρίων στα διεθνή χρηματιστήρια την περασμένη εβδομάδα, θα ακολουθήσουν και άλλες συνεδριάσεις με μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών;

Οι απώλειες που σημειώθηκαν την περασμένη εβδομάδα στα χρηματιστήρια από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Χονγκ Κονγκ επιβεβαίωσαν αυτό που απεύχονταν όλοι: το τέλος του φθηνού χρήματος σε δολάρια. Αναλυτές της αγοράς μιλούν για επανατοποθέτηση των αγορών σε νέα δεδομένα της αμερικανικής οικονομίας, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την άνοδο των τιμών και των μισθών στην πραγματική οικονομία. Αναμφισβήτητα, οι επενδυτές μετοχών και ομολόγων θα είναι προσηλωμένοι στην αυριανή ανακοίνωση του υπουργείου Εργασίας για την πορεία του πληθωρισμού.

Αναλυτές της Street Account, που μίλησαν στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CNBC, προβλέπουν πως ο δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) θα έχει ενισχυθεί τον Ιανουάριο κατά 0,3% από τον Νοέμβριο και κατά 1,9% συγκριτικά με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Χθες ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600 κινήθηκε ανοδικά 1,17%.

Οι αμερικανικοί δείκτες Dow Jones και S&P 500 εμφάνιζαν άνοδο 2% και 1,68%, αντίστοιχα, λίγο πριν από το κλείσιμο. Οι αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων, παράλληλα, διαμορφώθηκαν στο υψηλό τετραετίας, φθάνοντας το 2,9% ενδοσυνεδριακά. Η άνοδος των αποδόσεων στα αμερικανικά ομόλογα προσφέρει εναλλακτική στους επενδυτές που ρευστοποιούν τα κέρδη τους από τα χρηματιστήρια.

Η χθεσινή άνοδος των γενικών δεικτών στην Ευρώπη και τη Wall Street αποτέλεσε πνοή ανακούφισης για τους επενδυτές. Οι αμερικανικές μετοχές κατέγραψαν την περασμένη εβδομάδα τις μεγαλύτερες απώλειες της τελευταίας σχεδόν διετίας, παρά την άνοδο που σημειώθηκε την Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου. Ο Μπάρι Μπάνιστερ, υψηλόβαθμο στέλεχος στην επενδυτική εταιρεία Stifel Nicolaus & Co, δήλωσε στο πρακτορείο Bloomberg ότι η άνοδος των αποδόσεων στα αμερικανικά ομόλογα καθιστά απαραίτητη την προς τα κάτω αναπροσαρμογή του P/E (τιμή μετοχής ανά κέρδη ανά μετοχή), ένα από τα επικρατέστερα σημεία αναφοράς στην αποτίμηση των μετοχών. Αναλυτές που μίλησαν στο CNBC θεωρούν ότι οι ενδείξεις μέχρι σήμερα για την οικονομία δεν προμηνύουν μεγάλη και παρατεταμένη πτώση στα χρηματιστήρια, εφόσον η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή.

Εδώ και καιρό, οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν για τις υψηλές αποτιμήσεις των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια και το υπερβολικά χαμηλό κόστος δανεισμού στην αγορά των εταιρικών ομολόγων. Από τον Νοέμβριο του 2016, αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, η Wall Street κατέρριπτε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο έως και τα τέλη Ιανουαρίου του 2018. Οι δείκτες S&P 500 και Nasdaq έκλεισαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα στις οκτώ από τις εννέα πρώτες συνεδριάσεις του 2018, ενώ ο δείκτης Dow Jones αναρριχήθηκε σε ρεκόρ έξι φορές μέσα στο ίδιο διάστημα.

Επί μία δεκαετία, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ασκούσε επεκτατική νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ, ενώ οι υποσχέσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις και χαλάρωση των κανόνων για τις τράπεζες έδωσαν ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στη Wall Street. Η ευφορία που επικράτησε τον Ιανουάριο, μετά την ψήφιση της φορολογικής μεταρρύθμισης από το Κογκρέσο, ανατράπηκε μετά την ανακοίνωση στοιχείων για τη μεγαλύτερη αύξηση των μισθών στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Αυτό ήταν ένα ηχηρό μήνυμα για ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων στην ισχυρότερη οικονομία του κόσμου, αναγκάζοντας τους επενδυτές να επανεξετάσουν τις προσδοκίες τους.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) δίσταζε να προχωρήσει σε μεγαλύτερες αυξήσεις των επιτοκίων επειδή δεν ήταν ικανοποιητική η ενίσχυση των μισθών στην πραγματική οικονομία, όπως είχε κατ’ επανάληψη πει η Τζάνετ Γέλεν, η τέως επικεφαλής της Fed. Σήμερα όλοι φοβούνται τον πληθωρισμό, αλλά όχι μια ανατροπή του θετικού κλίματος στην ισχυρότερη οικονομία του κόσμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ