Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Αντιπερισπασμοί, παλιά τους τέχνη...

Κύριε διευθυντά
Προβληματίζει το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς καταφέρνει να περνάει «δύσκολα», αντιλαϊκά, άδικα και προκλητικά μέτρα χωρίς ουσιαστική αντίδραση από την κοινωνία. Πώς, όμως, το καταφέρνει αυτό; Φαίνεται πως ο έμπειρος πια στους ελιγμούς και στο «ξεγλίστριμα» κ. Αλέξης Τσίπρας (μόνος του ή με τη βοήθεια ξένων) χρησιμοποιεί συχνά τη μέθοδο του αντιπερισπασμού (π.χ. έμφυλες ταυτότητες). Πρόσφατο παράδειγμα είναι το πολυνομοσχέδιο, το οποίο ψηφίστηκε χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, διότι «συμπτωματικά» έφερε στο προσκήνιο το ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα για τους Ελληνες, αυτό της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων. Ως αποτέλεσμα, όλοι οι Ελληνες (πολιτικοί, πολίτες και ΜΜΕ) να στρέψουν και πριν από την υπόθεση Novartis την προσοχή τους στο «μέγιστο» πρόβλημα, παραβλέποντας έτσι το «ελάχιστο». Ολοι πλέον ασχολούνται με το θέμα της ονομασίας και σχεδόν καθόλου με το πολυνομοσχέδιο, το οποίο πέρασε μέτρα τα οποία θα ταλαιπωρήσουν πολλές χιλιάδες Ελλήνων πολιτών για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως είναι η κατάργηση των φυσικών πλειστηριασμών και η πραγματοποίηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, η κατάργηση των επιδομάτων τέκνων με αναδρομική ισχύ, η αύξηση των μεταβιβάσεων ακινήτων με την επιβολή κτηματολογικών τελών, η μεταβίβαση απευθείας στο υπερταμείο του 34% της ΔΕΗ και οι συμμετοχές του Δημοσίου σε ΕΛΤΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, αστικές συγκοινωνίες την πρωτεύουσας κ.λπ.,  η επιβολή ελάχιστου υποχρεωτικού ωραρίου λειτουργίας 40 ωρών στα φαρμακεία με υποχρεωτικές διημερεύσεις και διανυκτερεύσεις, οι νέες άδειες για καζίνο (13 από 9) κ.λπ. Η λύση όμως σοβαρών προβλημάτων απαιτεί σοβαρή κυβέρνηση, που δεν προσπαθεί με διάφορα τερτίπια να ξεγελάσει τους πολίτες της. Αυτή, προφανώς, λείπει.

Αντωνης Γιαμβριας, Αγία Παρασκευή

«Χρωστάμε πολλά στον Μίκη»

Κύριε διευθυντά
Ως ένας άνθρωπος που παρευρέθη στο συλλαλητήριο της Αθήνας, έχω να επισημάνω ότι η παρουσία πνευματικών ανθρώπων στην κοινωνία μας κρίνεται αναγκαία. Ο Μίκης κατόρθωσε να ανυψώσει το εθνικό φρόνημα χαρίζοντας θάρρος και προσφέροντας με τη μόρφωση και την ορθή κρίση του ένα έρεισμα για την αναγέννηση της πατριωτικής συνείδησης, σε ένα ζήτημα που ταλαιπωρεί την ελληνική κοινωνία κοντά στα 25 χρόνια! Εκείνη τη μέρα διαπίστωσα ότι οι πνευματικοί άνθρωποι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο και κάνουν επιτακτική την παρουσία τους ώστε με τη σοφία τους να διέπουν τα γεγονότα.

Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι πολίτες που ενστερνίζονται τα ιδανικά, τις αξίες και τον πολιτισμό του τόπου, με άλλα λόγια αποτελούν παραδείγματα υψηλής ηθικής. Κατά συνέπεια, μέσα από το έργο (λογοτεχνικό, μουσικό κ.λπ.) μεταδίδουν στους πολίτες τα ιδανικά που έχουν υιοθετήσει, με αποτέλεσμα να αναβαθμίζουν το πνευματικό επίπεδο της κοινωνίας μας. Θεωρώ πως οι πνευματικοί άνθρωποι γίνονται λαμπαδηφόροι ηθικών αξιών δείχνοντας σε όλους τους πολίτες το μονοπάτι που οφείλουμε να ακολουθήσουμε, ένα ηθικό μονοπάτι, ένα μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στην ηθική επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα μας, με σεβασμό και αλληλεγγύη μεταξύ των μονάδων και των υποσυνόλων που απαρτίζουν την κοινωνία μας.

Ωστόσο, εκτός από την αναγκαιότητα ύπαρξης πνευματικών ανθρώπων, συνειδητοποίησα και την έλλειψη αυτών. Οι δύσκολοι καιροί που βιώνουμε καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ανάδειξης και ενεργής συμμετοχής τους στα κοινά.

Ολος ο πλανήτης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια οικονομική ύφεση που έχει διαταράξει τις ζωές όλων των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό οι κοινωνικές, οι πολιτικές και οι πολιτισμικές ισορροπίες. Σε αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν την υποχρέωση να αποδράσουν από τον «γυάλινο πύργο» που έχτισε με μεράκι ο ελιτισμός που τους κυριεύει. Οπως είχε πει ένας πραγματικά σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος, ο Μάνος Χατζιδάκις, «δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός».

Κατακλείδα: οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να επιχειρήσουν τολμήματα ψυχής. Οπως είχε προσδιορίσει τον πνευματικό ηγέτη ο LeRoy Eims: «Ο πνευματικός ηγέτης είναι αυτός που βλέπει αυτό που δεν βλέπουν οι άλλοι, που βλέπει μακρύτερα από άλλους και που βλέπει πριν από τους άλλους».  Δυστυχώς, ένας Μίκης δεν είναι αρκετός…

Παναγιωτης Βαβουλης

Ηθικολογία και ιδεοληψίες

Κύριε διευθυντά
Αυτή η απερίγραπτη κυβέρνηση με την εμετική πολιτική ηθικολογία της και την όψιμη εμπιστοσύνη της στη Δικαιοσύνη στο υπαρκτό όντως πρόβλημα –γενικώς– των φαρμάκων κάνει τα αδύνατα δυνατά –από τυφλή ιδεοληψία ή εσκεμμένα, δεν γνωρίζω– να μην εκμεταλλευθεί η χώρα το κενό που αφήνει η Τουρκία έναντι φίλων και συμμάχων με τις συμπεριφορές της.

Αλήθεια, νομίζουμε ότι επιτυγχάνουμε κάτι εξοργίζοντάς τους (ξέρουμε με ποιες πράξεις μας) ή απλώς αδιαφορούμε γι’ αυτό και τις συνέπειές του; Οι σκεπτόμενοι ας αναλογιστούν.

Μιχ. Λιωσης

Βαρβαρότητα μέσω λέξεων

Κύριε διευθυντά
Είναι απολύτως απογοητευτικά πολλές φορές τα αποτελέσματα από τη μεταγλώττιση ή τη μεταφορά τύπων της λόγιας γλώσσας στη «φανατική δημοτική» και όχι στη νηφάλια, απλή νεοελληνική, του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Κριαρά, του Λεξικού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του αντίστοιχου του Μπαμπινιώτη. Γι’ αυτό βλέπουμε και ακούμε εκφράσεις όπως «κινείτο στο αντίθετο ρεύμα», αντί του «πήγαινε στο αντίθετο ρεύμα» «του Απόλλων Καλαμαριάς», αντί «του Απόλλωνα», «παραπλανείται» (από το έρκος των οδόντων τέως υπουργού Παιδείας!) και πλείστα άλλα, γραπτά ή εν τη ροή του λόγου εκφερόμενα, τα οποία τον κάνουν... άλογο ή παράλογο.

Πολύ άσχημο ήταν αυτό που έτυχε να συναντήσω προσφάτως σε γραπτό κείμενο. Επρόκειτο για τον παρατατικό του ρήματος «καταχρώμαι», ο οποίος αποδόθηκε στη δημοτική με τον τύπο «καταχράτο»! Ισως, πράγματι, να μην μπορούμε να αποδώσουμε το νόημα του «κατεχράτο» με περιφραστική διατύπωση, επειδή οι τύποι της καθαρεύουσας έχουν συνήθως αποκλειστική σημασία που χάνεται στην πιο πλατειαστική δημοτική. Διότι το «έκαμνε κατάχρηση», στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα αλλοίωνε τη σημασία των γραφομένων.

Ωστόσο, αν αντί το «καταχράτο», που σκοτώνει και τη δημοτική και την καθαρεύουσα, διαβάζαμε ένα «κατεχράτο», η ζημία στη γλώσσα θα ήταν πολύ μικρότερη. Νομίζω ότι όσο πιο ελεύθερη μπορεί να είναι η επιλογή γλωσσικού τύπου στην ομιλία και στη γραφή, χωρίς τις δογματικές εμμονές των σύγχρονων «γραμματικών» (εννοώ όχι τις γραμματικές, αλλά τους γραμματικούς), τόσο πιο εύηχη και πιο αρμονική θα γίνεται η γλώσσα μας. Αλλα όμως φαίνεται ότι φρονούν οι αιπόλοι και οι ποιμένες της γλωσσικής διδασκαλίας, αν κρίνω από το γεγονός ότι το αναλυτικό πρόγραμμα επιβάλλει στην Δ΄ Δημοτικού τη διδασκαλία του παρατατικού «αγάπαγα, αγάπαγες, αγάπαγε, αγαπάγαμε, αγαπάγατε, αγάπαγαν». Δεν τους … κλώτσησε αυτό το «αγαπάγατε»;

Πράγματι, ο Γιάννης Ρίτσος νομιμοποίησε τη χρήση του «αγάπαγες» στον «Επιτάφιο», αλλά ποιητική και μετρική αδεία και ίσως μόνο για πρόσωπα του ενικού αριθμού. Είναι δυνατόν να διδάσκεται κιόλας ως σωστός και επιβαλλόμενος τύπος το «αγαπάγαμε»; Είναι δυνατόν να διδάσκεται ως ορθή η προστακτική «επέστρεφε» ή το «πόσην απηύδησιν» του Καβάφη;

Χρειάζεται λίγη ευαισθησία η χρήση της γλώσσας, γιατί η βάρβαρη γλώσσα είναι προθάλαμος βαρβαρότητας.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ