Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάννης Μπουτάρης: Ξόρκια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ο δήμαρχος δεν κάνει εξωτερική πολιτική. Ιδίως αν πρόκειται για ένα δήμαρχο που είναι και δεν είναι πολιτικός· που φέρει και δεν φέρει το αξίωμά του. Ιδίως όταν μιλάει για τα εξωτερικά σε μια στιγμή κατά την οποία είναι και δεν είναι ξύπνιος.

Σε αυτή την ημιενύπνια, επιανεπίσημη κατάσταση πρότεινε ο Γιάννης Μπουτάρης την αναβάπτιση του αεροδρομίου «Μακεδονία» σε «Νίκος Γκάλης».

Το γεγονός ότι η δήλωση ήταν ελαφρά –όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος κατόπιν κατακραυγής– δεν την καθιστά υποχρεωτικά και άχρηστη. Αθέλητα σατιρική, η υποβάθμιση του Ονοματολογικού σε πρόβλημα περίπου οδωνυμίας όξυνε την αντίθεση: Από τη μία το Μπουτάρης-γκέιτ και από την άλλη το όντως πρόβλημα με το οποίο συνέπεσε.

Αν δεν είχαν προηγηθεί τα Ιμια, ο Μπουτάρης θα ήταν το μείζον «εθνικό θέμα». Απλώς έτυχε, την ώρα που ετοιμαζόταν η καταδίκη του για εσχάτη προδοσία, μια τουρκική ακταιωρός να βάλει βιαίως τη δήλωσή του στις σωστές «εθνικές» αναλογίες.

Αν έχει νόημα η σύγκριση του βάρους του Μακεδονικού με τα Ελληνοτουρκικά είναι γιατί αναδεικνύει την ασυμμετρία των αντιδράσεων. Τα Σκόπια αποδείχτηκε ότι βγάζουν πολύ εύκολα τους Ελληνες στους δρόμους, σε αντίθεση με την τουρκική επιθετικότητα που, όταν παύει να είναι φραστική, προκαλεί μάλλον περίσκεψη, παρά εξωστρεφείς εκδηλώσεις. Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι άμοιρη –πολιτικής και ψυχαναλυτικής– σημασίας.

Η πολιτική των συμβόλων –της ταμπέλας, της σημαίας, της παραλλαγής– είναι τόσο «εξωτερική» όσο ο δήμαρχος είναι υπουργός Εξωτερικών. Δηλαδή καθόλου. Είναι πολιτική μόνο εσωτερικής εκτόνωσης. Οι συνέπειες της υποκατάστασης της εξωτερικής πολιτικής από την επίδειξη στρατιωτικού βεστιαρίου φαίνονται όταν η πραγματικότητα παίρνει την εκδίκησή της από τα σύμβολα.

Πώς εμφανίζεται αυτή η πραγματικότητα; Ο γείτονας έχει προ πολλού πάψει να είναι ορθολογικός παίκτης – γεγονός που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ακόμη και αυτοκτονικών χειρισμών.

Οι σύμμαχοι ούτε μπορούν ούτε ξέρουν πια πώς να βοηθήσουν. Στην Ουάσιγκτον δεν υπάρχει ούτε Κλίντον, ούτε Χόλμπρουκ, ούτε κανείς που να τους μοιάζει. Στο Βερολίνο, η κυοφορούμενη κυβέρνηση περνάει την πρώτη της κρίση προτού καν σχηματιστεί.

Στην Αθήνα η κυβέρνηση –ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την επιχειρησιακή της επάρκεια– δεν μιλάει με κανέναν – παρά μόνο για να τον απειλήσει τουλάχιστον με κάθειρξη.

Στην κοινωνία το ψυχολογικό ισοζύγιο μεταξύ αυτολύπησης και αυτοθαυμασμού, έπειτα από οκτώ χρόνια ιλίγγου, έχει εντελώς απορρυθμιστεί.

Το πατροπαράδοτο ξόρκι για τέτοιες ώρες λέει ότι χρειάζεται «ψυχραιμία και αποφασιστικότητα». Εδώ που είμαστε χρειάζεται και τύχη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ