Πρωταγωνιστεί στον «Φάρο». Σκηνοθετεί τα «7 χρόνια» και την «Προδοσία». Το φθινόπωρο βγήκε στις αίθουσες η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καζαντζάκης», στην οποία υποδύεται τον σπουδαίο συγγραφέα. Είναι πατέρας δύο παιδιών· ο γιος του είναι δώδεκα ετών, η κόρη του τεσσάρων. «Τι βιταμίνες παίρνετε και αντέχετε αυτό το πρόγραμμα;» τον ρωτώ μπαίνοντας στο καμαρίνι του στο Θέατρο Αθηνών. Γελάει. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν μου αρέσει να δουλεύω έτσι. Αλλά έτυχε...» 

Αποφασίσατε να κάνετε το ντεμπούτο σας στη σκηνοθεσία με τα «7 χρόνια» με αυτοπεποίθηση ή με τη σκέψη ότι ίσως ήταν ρίσκο;

Ρίσκο στη δουλειά μας δεν υπάρχει. Ή μάλλον υπάρχει, αλλά είναι αυτονόητο, από τη στιγμή που προσπαθούμε να ελέγξουμε τον... αέρα. Kάποιος μπορεί να ανεβεί στη σκηνή και να είναι ενδιαφέρων. Ή το αντίθετο. Ταλέντο, πνοή – όπως θέλετε πείτε το, η ουσία δεν αλλάζει: συμβαίνει ερήμην μας. Το έχεις ή δεν το έχεις. Παίρνεις ένα κείμενο. Πώς θα το διαβάσεις; Θα είναι η ανάγνωσή σου κατάλληλη και χρήσιμη για τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Ποτέ δεν ξέρεις μέχρι να το επιχειρήσεις. Δεν το σκέφτηκα πολύ, λοιπόν. Το μόνο που με κινεί από τότε που έγινα ηθοποιός και μένει αναλλοίωτο είναι το κέφι μου. Μου έκανε κέφι να σκηνοθετήσω. Στο κάτω κάτω, μου το ζήτησαν, δεν το ζήτησα εγώ. Στη χειρότερη περίπτωση, είπα, θα είναι μια παράσταση που δεν θα αφορά κανέναν. Κανείς δεν θα πάθει τίποτα. (Γέλια)

Πώς επιβάλλεται ένας ηθοποιός ως σκηνοθέτης στους συναδέλφους του; Ή είναι λάθος αυτό το ρήμα;

Πράγματι, είναι λάθος το «επιβάλλομαι». Αν και κάτω από τη σχέση του σκηνοθέτη με τους ηθοποιούς πάντα υπάρχει ως ζητούμενο και από τις δύο πλευρές: και αυτός θέλει να τους επιβληθεί, και εκείνοι θέλουν να μπορεί να τους επιβληθεί. Αυτό κυλάει ως ρυάκι, υπογείως. Από πάνω υπάρχει κάτι άλλο που διευκολύνει την επικοινωνία: η κατανόηση της δυσκολίας του να βρίσκεται κανείς πάνω στη σκηνή και η αγάπη γι’ αυτόν που βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Αν διαθέτεις αυτά τα δύο και δεν είσαι αδιάβαστος, δεν χρειάζεται να αναζητήσεις τρόπους για να επιβληθείς. Οι ηθοποιοί θα σε εμπιστευθούν και θα σου αφεθούν.

Ούτε η «Προδοσία» ήταν δική σας επιλογή;

Η ιδέα ξεκίνησε από την Κατερίνα Παπαδάκη. Εκείνη έκανε την πρώτη επαφή με τον Γιώργο Χρυσοστόμου και τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη. Ήθελαν πολύ και οι τρεις να ανεβάσουν αυτό το έργο. Μου πρότειναν να το σκηνοθετήσω και δέχθηκα. Μπορεί να σας φανεί περίεργο, αλλά δεν έχω ζητήσει ποτέ να κάνω κάτι: ούτε να παίξω ούτε να σκηνοθετήσω. Αυτό είναι τεράστιο δώρο και, ταυτόχρονα, παγίδα. Πορεύομαι μόνο επιλέγοντας ανάμεσα στα πράγματα που φτάνουν σ’ εμένα και όχι διεκδικώντας αυτά που επιθυμώ. Αργά ή γρήγορα θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να τοποθετηθώ. Να εκτεθώ λίγο παραπάνω, να δείξω τη δική μου βούληση, ποιος πραγματικά είμαι.

 

 

Μέχρι σήμερα έχετε παίξει σχεδόν τα πάντα εκτός από επιθεώρηση.

Και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Θα ήθελα σαν τρελός να παίξω σε επιθεώρηση. Αν ποτέ έβρισκα το κουράγιο να ξεπεράσω όλα αυτά που σας είπα προηγουμένως και να δείξω τον εαυτό μου, θα έφτιαχνα μια επιθεώρηση. Είναι εκπληκτικό είδος.

Από όσα έχετε κάνει –θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση– σε ποιο «πατάτε» πιο γερά;

Έχω κάνει 14 ταινίες, 5-6 σίριαλ, αλλά έχω παίξει χιλιάδες φορές στο θέατρο – δεν αναφέρομαι σε έργα, αλλά σε παραστάσεις. Είναι φανερό ότι το θέατρο είναι ο φυσικός μου χώρος, ο προσωπικός μου παιδότοπος. 

«Καζαντζάκης» του Γιάννη Σμαραγδή. Θα μπορούσα να πω ότι μόνο εσείς διασωθήκατε από την ταινία. Ή ότι εσείς τη σώσατε...

Για μένα αυτός ο ρόλος ήταν δώρο – προσωπικό περισσότερο, παρά επαγγελματικό. Γιατί στα δύο χρόνια της προετοιμασίας, πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, έκανα ένα μεγάλο και συναρπαστικό ταξίδι, με πολύ διάβασμα, για να γνωρίσω τον άνθρωπο που θα ενσάρκωνα. Βούτηξα στα βιβλία, στα ημερολόγια και στις σημειώσεις του, στις σκέψεις και στα ταξίδια του, σε όσα τον βασάνιζαν. Ήταν λες και μπήκα σε μια χρονοκάψουλα και πήγα πίσω στον χρόνο, για να παρατηρήσω τον ίδιο και την εποχή του, για να τον κατανοήσω. Αυτό ήταν τόσο σπουδαίο, που θα το θυμάμαι όσο ζω. Όλα τα άλλα μοιάζουν απίστευτα μικρά. 

Τι έχετε κρατήσει από το «σύμπαν» του Καζαντζάκη;

Πώς μετατοπίζεται ο στόχος από το «να πετύχω κάτι» στο «να προσπαθώ για κάτι». Πώς στα πράγματα δίνει νόημα όχι η Ιθάκη, αλλά το ταξίδι, αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε ανήφορο. Τίποτα δεν είναι εκεί απλώς για να το φτάσουμε, αλλά για να πάμε προς το μέρος του. Και κάτι άλλο: η σημασία του να μην αφήνουμε τη ζωή να γλιστράει, θεωρώντας τους άλλους υπεύθυνους για κάθε κακό που μας συμβαίνει ή εστιάζοντας σε όσα δεν έγιναν. 

Ταλέντο, τύχη, σκληρή δουλειά: σε ποιο ποσοστό εξασφαλίζουν την επιτυχία ενός ηθοποιού;

Σίγουρα και τα τρία παίζουν τον ρόλο τους, αλλά όχι μόνο αυτά. Από το πρώτο λεπτό που άρχισα να εργάζομαι ως ηθοποιός ήταν γενναιόδωροι οι άνθρωποι γύρω μου, μου έδωσαν αμέτρητες ευκαιρίες. Σε κάθε βήμα μου, δυο τρεις άλλοι με περίμεναν για να κάνουμε μαζί το επόμενο. Θα ήμουν πολύ εγωιστής και αχάριστος αν έλεγα ότι το ταλέντο, ο κόπος μου και η τύχη με βοήθησαν να πετύχω. Κανένας ρόλος και καμιά φιλοδοξία καριέρας δεν είναι ικανά να με συγκινήσουν όσο το να βρίσκομαι με ανθρώπους που θαυμάζω το ταλέντο τους και εκτιμώ την επαγγελματική τους στάση. Οι συναντήσεις μας με τους άλλους, λοιπόν, μετρούν. Και μια μορφή πίστης – δεν το λέω μεταφυσικά. Ποτέ δεν σκέφτηκα αν θα τα καταφέρω. Ποτέ δεν είχα την αγωνία του «κι αν δεν;». Πείτε το θράσος ή άγνοια κινδύνου, αλλά έχω την αίσθηση ότι κι αυτό επηρέασε την πορεία μου. Αν έχεις πίστη ότι θα πετύχεις, κάνεις τους άλλους να σε εμπιστευθούν πιο εύκολα.

Το δίπολο εμπορικό-μη εμπορικό υφίσταται για σας;

Εμπορικό είναι ό,τι φέρνει κόσμο, μη εμπορικό ό,τι δεν φέρνει. Τόσο απλά. Τα υπόλοιπα είναι τρίχες! Αλλά είναι στο DNA των Ελλήνων να δημιουργούμε δίπολα και να πολεμάμε εμείς... μ’ εμάς. 

Ο Οδυσσέας ως πατέρας πώς είναι;

Συχνά αμήχανος για το τι είναι σωστό και τι όχι, κάποιες φορές αυστηρός για πράγματα στα οποία πιστεύω ότι τα παιδιά μου πρέπει να πειθαρχήσουν, άλλοτε τρυφερός και της αγκαλιάς. Και όχι σπάνια απογοητευμένος για τις πατρικές επιδόσεις μου. 

Εσείς πώς ήσασταν ως παιδί;

Φαντασιόπληκτος! Ένας Τομ Σόγιερ που έπαιζε στα χωράφια της Κάντζας, όπου μεγάλωσα. Κάπως έτσι είμαι και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι σας έχω μιλήσει για έναν παιδότοπο και μια χρονοκάψουλα και το επάγγελμά μου είναι ό,τι πιο κοντινό στην ταχυδακτυλουργία! Στο μυαλό μου υπάρχει πάντα ένα παιδί που θέλει να βρει το μονοπάτι που οδηγεί στο απέναντι σύμπαν. Κάθε ρόλος αυτό είναι για μένα.

Σκέφτεστε καμιά φορά πώς θα ήταν η ζωή σας αν είχατε γίνει μάγειρας;

Μα, υπό μία έννοια, μάγειρας είμαι! Και στο θέατρο απαιτείται το να ανακατέψεις συγκεκριμένα υλικά στη σωστή δοσολογία και να βρεις τα καρυκεύματα που θα απογειώσουν τη γεύση... ■

«Φάρος» του Κόνορ Μακφέρσον, Θέατρο Αθηνών / «7 χρόνια», Αποθήκη / «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ, Μικρό Παλλάς (www.a-th.gr)
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ