«Βλέπεις αυτά τα τέσσερα μεγάλα καρφιά στον τοίχο; Την επόμενη φορά που θα έρθεις, θα κρέμεται ένας Γκρέκο! Θα μοιάζει να αιωρείται μέσα στον χώρο. Και δίπλα του θα είναι ένας Μπονάρ, ένας Μονέ, ένας Πικάσο, ένας Καντίνσκι, ένας Κλέε, ένας Μπρακ, ένας Μπέικον, ένας...»

Γύρισα και κοίταξα τον Κυριάκο Κουτσομάλλη, με πραγματική συγκίνηση. Στεκόμασταν με τον διευθυντή του Ιδρύματος Γουλανδρή στον πρώτο όροφο του υπό αποπεράτωση κτιρίου στην οδό Ερατοσθένους, που θα ονομάζεται «Αίθουσα των Αριστουργημάτων». Όταν ξεκίνησα το 1999 ως νεαρή συντάκτις το εικαστικό ρεπορτάζ της «Καθημερινής», η Ελίζα Γουλανδρή ζούσε ακόμη. Το σχέδιο του μουσείου είχε ανακοινωθεί ήδη από το 1992. Η Αθήνα ευελπιστούσε πως σύντομα θα αποκτούσε το μουσείο με την αρχιτεκτονική υπογραφή του Ι. Μ. Πέι.

Και να που φτάσαμε στο 2018 για να κρεμαστούν επιτέλους αυτά τα μοναδικά έργα της συλλογής του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή. Έφυγαν και οι δύο από τη ζωή χωρίς να προλάβουν να δουν την υλοποίηση του οράματός τους, το οποίο συνέχισαν η ανιψιά τους, Φλερέτ Καραδόντη, και ο Κυριάκος Κουτσομάλλης με πείσμα και υπομονή. Είκοσι έξι χρόνια πραγματικής μάχης με αντιξοότητες, μάχης με συγγενείς, μάχης ακόμα και με θεσμούς της πολιτείας, για να γίνει κάτι που θα άλλαζε το πρόσωπο της πρωτεύουσας. 

Λίγοι μήνες υπομονή

Όμως, έφτασε η στιγμή που περιμέναμε. Και μέσα από τα λόγια του διευθυντή και της προέδρου του ιδρύματος, που φορούσαν καπέλα εργοταξίου της κατασκευαστικής Basil, το γιαπί μεταμορφώθηκε στα μάτια μου σε ένα λαμπρό μουσείο γεμάτο κόσμο και εκπληκτικούς θησαυρούς τέχνης. Μετά από ένα τέταρτο του αιώνα προσμονής, τι είναι μερικοί μήνες υπομονής μέχρι τα εγκαίνια, που υπολογίζονται για τις αρχές του 2019; Μια ανάσα.

Ας το συνοψίσουμε σε μία φράση: για να δει ένας Έλληνας από κοντά τέτοιου βεληνεκούς καλλιτέχνες, θα έπρεπε να ταξιδέψει εκτός συνόρων. Τώρα τα μοντερνιστικά αριστουργήματα θα βρίσκονται στην καρδιά της Αθήνας! «Εδώ θα μπει το γλυπτό του Ροντέν και εκεί κάτω στο παράθυρο η χορεύτρια του Ντεγκά. Α! Να και η μικρή αίθουσα που θα έχουμε για τον Τζακομέττι», συνέχισε ο κ. Κουτσομάλλης. Η Φλερέτ Καραδόντη μού εξηγούσε με καμάρι πως στον δεύτερο όροφο θα υπάρχει ειδικός χώρος για μεγάλα σε μέγεθος έργα, γλυπτά, και όχι μόνο. «Πώς αισθάνεστε;» τους ρώτησα. «Σαν να είμαστε πριν από τον τοκετό που κράτησε δυόμισι δεκαετίες», μου απαντά εκείνη. «Το Ίδρυμα κυοφόρησε και επιτέλους θα δούμε το μωρό! Είμαστε στην τελική ευθεία».

 


Η Φλερέτ Καραδόντη και ο Κυριάκος Κουτσομάλλης στην αίθουσα του αμφιθεάτρου. 

 

Κάθε εμπόδιο για καλό

Το οικοδόμημα μπορεί να μην έχει τη σφραγίδα ενός διάσημου αρχιτέκτονα (όπως του Αμερικανοκινέζου που είχε φτιάξει την περίφημη πυραμίδα στο Λούβρο), αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Διότι από τη μικρή μας αυτοψία με τον φωτογράφο Βaγγέλη Ζαβό φάνηκε η εργονομία, η ωραία μουσειολογική προσέγγιση και η φινέτσα του νέου αθηναϊκού καυχήματος: 7.300 τ.μ., 11 όροφοι, πέντε εκ των οποίων πάνω από την επιφάνεια, ωραίοι φιλόξενοι χώροι για φουαγέ, αίθουσες μόνιμων και περιοδικών εκθέσεων, εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες, βιβλιοθήκες, καφέ και εστιατόρια, γραφεία και αμφιθέατρο.

«Ξέρετε, λένε κάθε εμπόδιο για καλό», λέει ο Κυριάκος Κουτσομάλλης. «Από τη δεκαετία του ’80 τα σχέδιά μας άλλαξαν πολλές φορές: επί Μελίνας Μερκούρη λέγαμε για ένα νεοκλασικό στο Κολωνάκι, στη δεκαετία του ’90 Ρηγίλλης και Ριζάρη, το 2000 στην Αρδηττού και εν τέλει εδώ στην Ερατοσθένους, όπου μεταμορφώσαμε ένα υπάρχον κτίριο των αρχών του 20ού αιώνα με προσθήκες ορόφων και υπογείων, που σχεδιάστηκαν πάνω στις ανάγκες της συλλογής. Μπορεί να μην είναι το φανταχτερό αρχιτεκτόνημα του Πέι, αλλά είναι καλύτερο. Δεδομένης της σημερινής κρίσης, ένα κτίριο σαν του Πέι θα κόστιζε πολύ ακριβά στη συντήρησή του». Η Φλερέτ Καραδόντη συμπληρώνει: «Σταθήκαμε τυχεροί και με τη γειτονιά. Μέσα στα χρόνια της ύφεσης, το Παγκράτι κυριολεκτικά μεταμορφώθηκε. Έγινε θελκτικό για τους νέους ανθρώπους, για τους τουρίστες και το Airbnb, για πολλούς Αθηναίους που έρχονται εδώ ως ένα καινούργιο στέκι λίγο μακρύτερα από το κέντρο. Είναι έξω από τις πορείες και τις διαμαρτυρίες. Πιο ήσυχο, πιο καλλιτεχνικό. Φιλοδοξούμε να αξιοποιήσουμε αυτό το καλό ρεύμα του Παγκρατίου και να βάλουμε το μουσείο μας μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Να μην έρχονται μόνο να δουν τα έργα. Να περνούν το κατώφλι για σεμινάρια, για καφέ, για φαγητό, για να περάσουν όμορφες ώρες με τα παιδιά τους. Θέλουμε να γίνουμε απαραίτητοι στη ζωή τους και θα τα καταφέρουμε».

Ματίς, Σεζάν, Γουόρχολ

Το εργοταξιακό ασανσέρ έχει χαλάσει, κι έτσι ανεβαίνουμε με τα πόδια, παρακολουθώντας τους εργάτες να ξεφορτώνουν τα ξύλινα ράφια της βιβλιοθήκης ενώ περνάμε από τους ορόφους που θα φιλοξενήσουν τον Γουόρχολ, τον Πόλοκ, τον Ματίς, τον Σεζάν, τον Παρθένη, τον Μόραλη, τον Τέτση, τους σύγχρονους  Έλληνες καλλιτέχνες. Φτάνουμε στα γραφεία, που έχουν φαντασμαγορική θέα στην Ακρόπολη, στον Λυκαβηττό και στον Εθνικό Κήπο. «Έχουμε συναίσθηση ότι πρόκειται για ένα έργο εθνικής σημασίας, που θα δώσει κουράγιο και θετική ενέργεια στη χώρα, που τόσο έχει ανάγκη», λένε και οι δύο. «Και κάτι ακόμα: μην πιστέψετε ούτε για μία στιγμή ότι θα εστιάσουμε μόνο στους φιλότεχνους καισ τους διανοούμενους. Το μουσείο θα είναι ανοιχτό, θα κοιτάζει μπροστά, θα συντροφεύσει τις επόμενες γενιές Αθηναίων και Ελλήνων. Ως εκ τούτο,υ ξέρουμε τη θέση μας και την ευθύνη μας. Θα είμαστε κοινωνικά ανεξίθρησκοι, ένα μέρος φιλόξενο για όλο τον κόσμο, να ο στόχος μας. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Εδώ δίπλα έχει ένα δημοτικό σχολείο. Τα παιδάκια ήρθαν και μας πήραν συνέντευξη για το εφημεριδάκι τους. Είναι οι γείτονες μας, το μελλοντικό μας κοινό. Όλη η συλλογή μας είναι παρουσιασμένη έργο έργο με ειδικά κείμενα και λεζάντες, χωρίς να παίρνουμε ως δεδομένο ότι κάποιος πρέπει να έρθει διαβασμένος εδώ. Εκτελούμε αποστολή εκπαιδευτική για μικρούς και μεγάλους».

Κατέβηκα προσεκτικά, κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα σε καλώδια, μαδέρια, πλακάκια και βουναλάκια από ασβέστη. Χαρούμενη και αισιόδοξη. Αν μην τι άλλο, κάτι για το οποίο έγραφα είκοσι χρόνια, παρακολουθώντας από πρώτο χέρι όλν την οδύσσεια, πήρε σάρκα και οστά. Η δημοσιογραφία δεν έχει πολλά happy ends. Το μουσείο αυτ, είναι ένας λόγος (προσωπικής) ευτυχίας. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ