Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Απλά μαθήματα διαιώνισης στερεοτύπων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​ε είκοσι μέρες περίπου, και με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας, που περνάει κι αυτή, όπως όλες οι αφιερωματικές Ημέρες, με πύρινες καταγγελίες και με ανέξοδες εξαγγελίες, θ’ ακουστούν πολλά δεοντολογικά και θα γίνουν ελάχιστα. Δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε πως η συζήτηση, όση υπάρξει, θα έχει στο κέντρο της τα σκάνδαλα του Χόλιγουντ, που ήρθαν στο φως με την υπόθεση Χάρβεϊ Ουάινσταϊν. Θα επικεντρωθεί δηλαδή στη συστηματική (και τόσο «αυτονόητη» μέσα στο πολιτισμικό πλαίσιο που δεσπόζει) σεξουαλική παρενόχληση ηθοποιών από φημισμένους συναδέλφους τους ή παραγωγούς, που επιχειρούσαν αμοραλιστικά (αλλά και τόσο πατροπαράδοτα) να μετατρέψουν την ισχύ τους σε αυτοεπιβεβαιωτική ή και σαδιστική απόλαυση.

Θα ειπωθούν βεβαίως πολλά για το κίνημα «Me too», πιθανόν και για τη μερική εκμετάλλευσή του από τις πάντα καιροσκοπικές δυνάμεις της αγοράς, που έσπευσαν να ετοιμάσουν και να προωθήσουν ποικίλα γκατζετάκια. Και ίσως ακουστούν και κάποια λόγια για την παρέμβαση της Κατρίν Ντενέβ και άλλων 99 Γαλλίδων, η οποία, και μόνο επειδή υποχρέωσε σε δεύτερες σκέψεις (είτε επαινετικές είτε επιτιμητικές) δεν μπορεί να κριθεί απολύτως άστοχη. Ο φόβος ότι η παρενόχληση, πραγματική ή φανταστική, ενδέχεται να εκβιομηχανιστεί, με στόχο τα πέντε ή δέκα λεπτά δημοσιότητας, πιθανόν και την εκδίκηση, ή ότι ο νεοπουριτανισμός επιχειρεί να επιβάλει τον ασφυκτικό «ερωτικώς ορθό» κώδικά του, δεν είναι παράλογος.

Εν τω μεταξύ, εδώ, μακριά από τις μητροπόλεις, μια ισχυρή κατηγορία των «διδασκάλων του γένους», οι διαφημιστές, επιμένουν να αναπαράγουν στιλβωμένα τα δικά μας πατροπαράδοτα και να τα βιδώνουν σε μυαλά και μυαλουδάκια – γιατί τις διαφημίσεις τις βλέπουν βέβαια και παιδιά, αγοράκια και κοριτσάκια, που μαθητεύουν στο ολοήμερο Ανοιχτό Σχολειό της τηλεόρασης και πληροφορούνται τι το κανονικό και τι το πρέπον. Και επειδή το πληροφορούνται με τρόπο παιχνιδιάρικο ή σκανταλιάρικο, με λίγο χιούμορ, όσο χοντροκομμένο, το απομνημονεύουν πιο εύκολα και από την προπαίδειά τους. Κι όταν μεστώσουν, θα φερθούν «όπως πρέπει», σαν έτοιμα από καιρό.

Υπερβολές; Ισως. Βλέποντας ωστόσο και ξαναβλέποντας κάποια από τα φυλετικώς (από το φύλο, όχι από τη φυλή) βεβαρημένα διαφημιστικά σποτάκια, βλέποντας δηλαδή τη δική τους χυδαία υπερβολή στην αναπαράσταση της γυναίκας, σκέφτομαι ότι δεν περιττεύει μια «συντηρητική» ή «φοβική» υπερβολή. Καλώς ή κακώς, οι διαφημίσεις γράφουν. Εντυπώνονται. Χαράζονται. Τις πιο πετυχημένες τις κουβεντιάζουμε με δικούς και φίλους, όπως κουβεντιάζουμε για ωραίες ταινίες, δυνατές γελοιογραφίες ή καλά βιβλία. Εστω κι αν από κάποια στιγμή κι έπειτα έχουμε λησμονήσει ποιο προϊόν προμοτάρουν. Ή, πολύ πολύ χειρότερα, έστω κι αν, παγιδευμένοι από το χιούμορ τους, παραγνωρίζουμε τον βαθύτερο αντιδραστικό χαρακτήρα τους, όπως είχε συμβεί παλιότερα με το «Πουτ δε κοτ ντάουν» που έλεγε ο γλωσσομαθής Ελλην αστυφύλαξ-συνοριοφύλαξ σε κλεφτοκοτά, Αλβανό, τι άλλο.

Είναι λοιπόν ένα διαφημιστικό μικροσίριαλ, με τρία μέχρι τώρα επεισόδια, που προπαγανδίζει έναν πενταψήφιο αριθμό τηλεφώνου, από αυτούς τους θαυματουργούς που μας βγάζουν από τον μπελά να ψάχνουμε μόνοι και να χάνουμε χρόνο. Εντονος ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, έχει υποχρεώσει τους ιδιοκτήτες τους σε μια συνεχή καμπάνια, στόχος της οποίας είναι να προκληθεί κάποιου είδους δακτυλικός αυτοματισμός του καταναλωτή: να πατάς τους πέντε αριθμούς σαν αυτόματο ή μαριονέτα, χωρίς συνειδησιακό έλεγχο.

Στα τρία σποτάκια πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι: Η γυναίκα, εξωφρενικά ανόητη, έτσι όπως δεν την παρουσιάζουν ούτε καν στις πιο κακόγουστες οιονεί επιθεωρήσεις, ξεκινάει την καριέρα της θέλοντας κατιτίς το εντυπωσιακό για να βάλει τα λαμπιόνια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο της και να κόψει τη βασιλόπιτά της (δεν κρίνεται λοιπόν ικανή ούτε γι’ αυτό). Και καταλήγει –αναπόφευκτα, δηλαδή σχεδιασμένα, σκηνοθετημένα– να ζητάει βοήθεια γιατί δεν ξέρει ούτε πώς μπορεί να πετύχει το έγκαιρο πρωινό της ξύπνημα: να το παραγγείλει στις αφυπνίσεις του μαγικού πενταψήφιου αριθμού. Σε όλες τις περιπτώσεις τη σώζει από την απόγνωση το πολύξερο αρσενικό, με κοψιά, ρούχα, γυαλιά και λεκτικό κινηματογραφικά «λαϊκού εραστή» της δεκαετίας του 1970.

Στο τρίτο μάλιστα επεισόδιο του μικροσίριαλ, ο μάγκας μας, που έχει πάρει πια τον αέρα της ψευτοχαριτωμένης ανοητούλας, την έχει κατακτήσει με τη γοητεία του και την έχει σκλαβώσει, δύσκολα συγκρατεί την ειρωνεία του· την ειρωνεία δηλαδή με την οποία κάθε «κανονικός» τηλεθεατής θα πυροβολήσει την ανεκδιήγητη χαζοβιόλα.

Κι όταν την προσφωνεί «τσικάκι», ελληνοαγγλιστί, το ύφος του μάς οδηγεί να καταλάβουμε ότι τη χαρακτηρίζει κάτι ανάμεσα σε σκλαβάκι, γκομενίτσα, ανοητούλα. «Για τους φρέσκους της παρέας,  τα “τσικάκια” είναι οι θηλυκές θαυμάστριες που κονταροχτυπιούνται με τα αδυσώπητα αρσενικά ονόματι “μάγκες”» διαβάζω διαδικτυακά σε μια συνέντευξη του ηθοποιού-μάγκα, που είναι λέει ήδη μια από τις πιο καλτ φιγούρες του αθηναϊκού θεάματος.

Καλαμπούρι; Αθώο και ακίνδυνο καλαμπούρι; Μα ναι. Μήπως καλαμπούρι δεν έχουμε κι όταν λιγουροσεξιστές τηλεδιασκεδαστές παρουσιάζουν την εκπομπή τους έχοντας εκ δεξιών και εξ αριστερών ημίγυμνες «γλάστρες»; Και μήπως αυτή η ύπουλα ανάλαφρη και παιχνιδιάρικη αναπαραγωγή των στερεοτύπων δεν είναι η αποτελεσματικότερη μέθοδος για να κολακεύσουμε την κυρίαρχη νοοτροπία και να νομιμοποιήσουμε τη διαιώνισή της;

«Οι γυναίκες είναι όλες ίδιες, χαζές». Ιδού το δόγμα. Κι όχι μόνο χαζές, αλλά και πονηρές και άπληστες και τυχοδιώκτριες. Αυτό το μάθημα το παραδίδει στο πανελλήνιο μια άλλη τηλεοπτική διαφήμιση: Ο σύζυγος έχει ποντάρει σε κάποιο τυχερό παιχνίδι, κερδίζει ένα εκατομμύριο και λιποθυμάει. Η γυναίκα του τον νομίζει νεκρό, μοιρολογεί για μισό δευτερόλεπτο, «τι να το κάνω τώρα εγώ το εκατομμύριο», αμέσως έπειτα όμως αρχίζει να αναρωτιέται, «ν’ αλλάξω το φωτιστικό;», κι απ’ το παράπονο και τη θλίψη περνάει στη βουλιμία, στη λαχτάρα για τον απρόσμενο πλούτο, ο οποίος στο μυαλό και την ψυχή της (έτσι όπως τα στενεύουν σκηνοθέτες και σεναριογράφοι) είναι ικανός να ισοφαρίσει την απώλεια του άντρα της. Και πάνω που αποφασίζει ότι δεν θ’ αλλάξει απλώς σπίτι αλλά θ’ αγοράσει καινούργιο, καταδικό της, να γίνει επιτέλους ιδιοκτήτρια, συνέρχεται ο σύζυγός της και λιποθυμάει αυτή, τη στιγμή ακριβώς που απολάμβανε και διακήρυσσε το δόγμα «ο θάνατός σου, τα πλούτη μου κι η αρχοντιά μου».

Δεν χωράει συζήτηση, κι ας ενίσταται ο δικός μου συντηρητισμός. Κι εδώ για ένα αστείο πρόκειται. Ανάλαφρο. Και τόσο βαριά φορτωμένο με στερεότυπα και προκαταλήψεις για το τι ο άντρας, τι η γυναίκα και τι τα αναμεταξύ τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ