ΘΕΑΤΡΟ

«Από τη γεροντοκρατία στη νεολαγνεία»

Ρένη Πιττακή και Λάζαρος Γεωργακόπουλος στη θεατρική εκδοχή του «Μίζερι», του ψυχολογικού θρίλερ του Στίβεν Κινγκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Καλά, η παράσταση τα σπάει!», είπε ο νεαρός στην υπόλοιπη παρέα που είχε χωριστεί σε δύο σειρές στο θέατρο «Ιλίσια - Βολανάκης». Είχαν πάει να δουν το «Misery» του Στίβεν Κινγκ. Ηταν δεν ήταν 20άρηδες, αγέννητοι το 1990, όταν γυρίστηκε η κινηματογραφική εκδοχή του περίφημου μπεστ σέλερ με την Κάθι Μπέιτς (Οσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου) και τον Τζέιμς Κάαν. Και όμως, γνώριζαν κάθε λεπτομέρεια. Λίγες σειρές πιο μπροστά, μεγαλύτερης ηλικίας θεατές εκθείαζαν την αντοχή των Ελλήνων πρωταγωνιστών, της Ρένης Πιττακή και του Λάζαρου Γεωργακόπουλου στις σκληρές σκηνές αυτού του ψυχολογικό θρίλερ: «Μα την αθεόφοβη, μπράβο της!».

Η Ρένη Πιττακή με παιχνιδιάρικη απόλαυση ομολογεί πως «από παιδί μου άρεσαν τα θρίλερ. Ακόμη θυμάμαι στο “Σινεάκ” που πηγαίναμε με τους γονείς μου, μια ταινία του Τρίο Στούτζες: Μπαίνοντας κατά λάθος στο εργαστήριο ενός τρελού επιστήμονα, ξύπνησαν ένα τέρας που θύμιζε τον Φρανκενστάιν. Κωμωδία ήταν, αλλά στα παιδικά μάτια ξυπνούσε τον φόβο. Πάντα μου άρεσε το ρίγος των θρίλερ. Ο τρόμος που προκαλούν κυρίως οι ταινίες. Ισως είναι ξόρκι που γίνεται διασκέδαση».

Η Ανι Ουίλκς, την οποία υποδύεται στην παράσταση του Τάκη Τζαμαργιά, είναι φανατική θαυμάστρια του συγγραφέα Πολ Σέλντον. Οταν τον σώζει από ένα αυτοκινητικό ατύχημα, τον φροντίζει στο σπίτι της, αλλά στην ουσία τον αιχμαλωτίζει φτάνοντας στα άκρα. «Τη βλέπω σαν τη γυναίκα της διπλανής πόρτας», λέει η Ρένη Πιττακή.

Γλυκιά, σκληρή, βίαιη, «ένας σωτήρας που γίνεται σατανάς. Είναι σαν τον δαίμονα του ίδιου του δημιουργού. Είναι αυτός που τον σώζει και τον τρώει. Κάθε καλλιτέχνης έχει μέσα του τον μικρό θαυμαστή. Αυτός είναι ο λόγος που έκανε τον Κινγκ να το γράψει. Ηθελε να γράψει αλλιώς, αλλά πάλευε με την αποδοχή, την τεράστια επιτυχία, τον αλκοολισμό, τα εκατομμύρια».

Τη θέλγουν οι κόντρα ρόλοι. «Η Ανι από τη μια έχει εκρήξεις χαράς και θαυμασμό για τον αγαπημένο της συγγραφέα κι από την άλλη, κατάθλιψη, μανία, εμμονή, εκδικητικότητα. Πίσω απ’ αυτά υπάρχει ένα στερημένο εγώ». Για να κάνει πιστευτή την ηρωίδα της, «βυθίστηκα στο κείμενο. Εχει μια ταχυδακτυλουργία και μια κινητικότητα αντίθετη με τους δικούς μου αργούς ρυθμούς. Κι αν με βλέπεις με τέτοια ταχύτητα στη σκηνή, είναι όλα θέμα άσκησης στις πρόβες».

Η παράσταση «διερευνά την ψυχοπαθολογία του φανατισμού για να φωτίσει τη λατρεία που καταλήγει στη βία», σημειώνει ο Τάκης Τζαμαργιάς. «Δεν έχω και την αναγνωρισιμότητα των μεγάλων σταρ για να αναπτυχθούν ακραία συναισθήματα» λέει η πρωταγωνίστρια, όμως θυμάται ένα περιστατικό που της συνέβη στην οδό Σόλωνος, από θαυμαστή: «Μου έσφιξε το χέρι για να με συγχαρεί, αλλά το βλέμμα του ήταν θολό, σαν να μην ήταν σίγουρο αν ήθελε να το φιλήσει ή να το δαγκώσει. Μια άλλη φορά, το 1967, έπαιζα στον “Γυρισμό” του Πίντερ, τη Ρουθ, σύζυγο καθηγητή και τέως πόρνη. Στο τέλος της παράστασης ήρθε κάποιος με πολλά σοκολατάκια και μου είπε: “Σας παρεξήγησαν, δεν είστε πόρνη αλλά η Εκκλησία που δέχεται τους πάντες στους κόλπους της…».

Από τις αφοσιωμένες ηθοποιούς του Θεάτρου Τέχνης, τα 40 από τα 52 θεατρικά της χρόνια τα πέρασε εκεί. «Τότε υπήρχε η απόλυτη αφοσίωση και δόσιμο. Για μένα ήταν φυσικό, είχα βρει τον δάσκαλο και τον χώρο. Κάποια στιγμή, ζώντος του Κουν, επιχείρησα να δουλέψω στην τηλεόραση. Δεν μου είπε να μην το κάνω, αλλά ενοχλήθηκε. Πήγα, αλλά, όταν άρχισε η πίεση του τηλεοπτικού ρυθμού, έφυγα. Ο Κουν το κράτησε. Κάποιος μου είπε “γι’ αυτό δεν σε ανέφερε στη διαθήκη του”. Αργότερα έπαιξα στην τηλεόραση, στην “Αίθουσα του θρόνου”, το “Δέκα”, υπό διαφορετικές συνθήκες. Χαίρομαι ό,τι έζησα, αλλά πάμε παρακάτω».
Μετρημένη, πάντα με τρόπους, την ξεχώριζαν όσοι έτρεχαν στο Υπόγειο. «Δεν ήμουν μόνο εγώ αστικής οικογενείας, αλλά και η Μάγια Λυμπεροπούλου. Στο Θέατρο Τέχνης έσπασα τα αστικά μου καλούπια. Ενιωθα ελεύθερη, δημιουργική, με φαντασία, μακριά από τους καθωσπρέπει καταναγκασμούς. Μικρή σχεδίαζα κι έλεγα “θα γίνω ντεκορατρίς”’, αλλά η ηθοποιός έβγαινε στις σχολικές παραστάσεις στο Αρσάκειο ή στα επαρχιακά γυμνάσια, στις απαγγελίες στη Λάρισα, τα Τρίκαλα κι όπου πηγαίναμε λόγω των μετακινήσεων του πατέρα μου, που ήταν αξιωματικός. Υπήρχε όμως μέσα μου και η πετριά της αρχαιολογίας. Προπάππος μου ήταν ο Κυριακός Πιττάκης και παππούς μου ο λόγιος Στίλπων Πιττακής από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

»Τελειώνοντας το γυμνάσιο αναρωτιόμουν, πού πας με τέτοιο χαρακτήρα στην Αρχαιολογία; Διάλεξα τον Κουν. Με συνόδευσε η μητέρα μου. Ηταν ευαίσθητη νοικοκυρά με αγάπη στη μουσική και ο μπαμπάς στη ζωγραφική. Γεννήθηκα δίδυμη, αλλά δεν με ακολούθησε το αρσενικό. Μοναχοπαίδι, λοιπόν. Η απόλυτη εξουσία. “Ολα για τη Ρηνούλα”. Αργότερα πλήρωσα την εξάρτηση των γονέων από μένα. Δεν με πλήγωσε που δεν είχα αδέρφια, είχα ξαδέρφια, δηλαδή φίλους για πάντα. Η στρατιωτική πειθαρχία στην οποία είχα μάθει, ταίριαξε στην πειθαρχία του Κουν. Την έχω ακόμη στην καθημερινότητά μου, τάξη σε όλα, ψυχαναγκασμός».
«Δεν κοιτάζω το μέλλον»

Στο θέατρο, λέει, γίνονται πράγματα «αλλά δεν έχουν πάντα βάσεις. Λείπουν το όραμα, ο σκηνοθέτης, η συνθήκη. Κάθε τόπος, διαμέρισμα, υπόγειο, αποθήκη κρύβει κι ένα θέατρο. Πώς να πεις “όχι” στην επιθυμία της έκφρασης; Εμείς ζήσαμε τη γεροντοκρατία, τώρα ζούμε τη νεολαγνεία».

Θα μπορούσε να εργάζεται λιγότερο. «Αλλιώς τα είχα σχεδιάσει κι αλλιώς ήρθαν. Ηθελα να έχω άνεση και επιλογή, αλλά τώρα δεν μπορείς να έχεις ποιότητα ζωής. Ενα σπίτι έχω, αλλά δεν μπορώ να σκέφτομαι πώς θα κάνω ένα ταξίδι». Τη ρωτάω αν αγωνιά για το μέλλον. «Μα σου είπα, είμαι όπως το τζιτζίκι που κοιτάει την κάθε μέρα. “Η ζωή είναι αγρίως απρόβλεπτη”, λέει η Μαργαρίτα Καραπάνου. Οπως δεν κοιτάζω το παρελθόν, δεν κοιτάζω και το μέλλον».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ