ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Μάρκελλο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

04.50
Βρίσκομαι ακόμη στη σκηνή. Φώτα, στρας, πούλιες και λοιπά. Ολα γυαλίζουν γύρω γύρω. Αν σηκώσεις το κεφάλι και δεις ψηλά, θα δεις το από μηχανής μικρόφωνο. Παλιό, γυαλιστερό, προκλητικό. Σαν κούνημα γοφών του Ελβις. Είναι η σειρά μου να τραγουδήσω, αλλά δεν είμαι έτοιμος, δεν είμαι καν βέβαιος αν έχω προβάρει οτιδήποτε. Η μπάντα ξεκίνησε να παίζει ήδη, την ακούω, αλλά... πού είναι; Σαν να ’μαι ολομόναχος σ’ αυτό το πάλκο. Τα λίγα μέτρα της εισαγωγής τελειώνουν και δεν φτουράει δευτερόλεπτο για να τους ψάξω. Πείτε μου, παρακαλώ, πώς πάει ο πρώτος στίχος;

08.27
Δεν ξέρω πριν από πόση ώρα ακριβώς άρχισε να προβάλλεται το παραπάνω όνειρο –τι λέω όνειρο, δεν παραδέχομαι καλύτερα πως ήταν εφιάλτης;–, αλλά, αν θυμηθώ και καταφέρω και μετρήσω τη σουβλερή αγωνία που μ’ έπνιξε ενώ κοιμόμουν, το μαρτύριο θα κράτησε περίπου τρεις ώρες και 37 λεπτά της κλίμακας «Βουτάω στο κενό». Με απλή αφαίρεση και με το μάτι μόλις να χάσκει, να σπρώχνει με θράσος το ένα ματοτσίνορο να ξεκολλήσει από τ’ άλλο, ας ξεκινήσει κι αυτή η μέρα...

10.30
Οποιος συμφωνεί πως ύστερα από τέτοια ολονύχτια ταλαιπωρία δικαιούται κανείς να ξαναπάρει έναν ύπνο (ή και δύο) να σηκώσει το χέρι του. Μετά να πιάσει το πάπλωμα, να ξεσκεπαστεί και να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι δίχως ίχνος ενοχής.

10.55
Με γρήγορες, νευρικές κινήσεις κατάφερα να ετοιμαστώ και να φύγω στην ώρα μου. Κέρδος: να μην αργοπορήσω. Μόνη παραφωνία: πιάσιμο νεύρου τρεις μοίρες ανατολικά του τέταρτου αυχενικού σπονδύλου. Να θυμηθώ να πάρω μαζί στην πρόβα τη βραδινή εικόνα: φώτα, μικρόφωνα, πούλιες και λοιπά. Θα ταιριάξουν γάντι (και γάντια κόκκινα να πάρω) στη «Σπυριδούλα».

13.30
Διάλειμμα πρόβας εποικοδομητικό. Επίσκεψη σε φαρμακείο πλησίον του θεάτρου. Αγάπα το πλησίον σου, το αναπόφευκτο το φαρμακείον σου. Παραδίδω τη συνταγή του γιατρού. Στο πλάι και λίγο πιο μέσα από τον πάγκο του φαρμακοπώλη ένας καλοσυνάτος κύριος ντυμένος χοντρά. Ψιλή κουβέντα με τη λευκή μανδάμ, φίλος της θα ’ναι, σκέφτομαι, αλλά καλά θα κάνει να μην την αποσπά διότι δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Εισακούομαι. Η γλώσσα του παύει, το βλέμμα του κολλάει στη συνταγή που ακουμπώ στον πάγκο. Διαβάζει με παροιμιώδη άνεση τις μουντζούρες και γυρνάει χαμηλόφωνα και αποφασιστικά στη φίλη του: «Αυτή η αντιβίωση είναι με διαφορά η καλύτερη. Οχι σαν κάτι άλλες». «Ναι, ναι», συμφώνησε εκείνη. Από την κριτική δεν γλιτώνεις ούτε αν γίνεις φάρμακο.

18.15
«Θεωρείς δεδομένα τα πράγματα. Με θεωρείς δεδομένη. Στρογγυλοκάθεσαι πάνω στην κτητικότητά σου. Σαν Πηνελόπη. Σαν Πηνελόπη». Η κυρία –και είμαι πολύ επιεικής μαζί της– Πρόβα με έλουζε με αλήθειες τόσο αληθινές, που καμία δύναμη δεν είχα να τις αντικρούσω. «Στο μυαλό σου να το δέσεις / Ναι, ναι, ναι, μου αρέσεις», απαντούσα εγώ. «Το ξέρεις, με τρελαίνεις / Οταν με παρασέρνεις» (ας μην κρατάω άλλη αντίσταση: να θυμηθώ να δοκιμάσω άσμα λαϊκό και πένθιμο για το φινάλε). «Απληστος εγώ; Επειδή σε θέλω και αύριο σαν σήμερα, πυκνή, ωραία, με τα όλα σου;». Τελικά με κανέναν δεν συζητάει κανείς τόσο ουσιαστικά, όσο με τον ίδιο του τον φόβο.

22.12
Το μπάνιο είναι μικρό, το σαλόνι αστείο, το υπνοδωμάτιο ζεστό το χειμώνα - δροσερό το καλοκαίρι, αλλά χωράει με το ζόρι το ημίδιπλο. Ετσι εξηγούνται οι εφιάλτες. Σκέψεις για άμεση μετακόμιση ανακόπτονται από δυσοίωνες δεύτερες σκέψεις. Είδα ζόρια που τραβάει ο Δημητράκης (ο Καραόλης) με το καινούργιο του ξεκίνημα. Δεν μοιάζεις εσύ με σινγκλ και πενηντάρη, καθησυχάζω τον εαυτό μου. Απόψε θ’ αρχίσω τις αγγελίες και σε ένεση.

23.59
«Αγαπημένο μου λευκό, ελλειψοειδές χαπάκι, αγαπημένη μου θαυματουργή δραστική ουσία Σιπροφλοξασίνη, δέομαι υπέρ ιάσεως του αιμορραγούντος εκ ρήξεως τυμπάνου ωτός μου. Υπέρ αναστροφής του ρέοντος αίματος προς τας φλέβας μου. Υπέρ αναπλάσεως της διαρραγείσης μεμβράνης εν χρόνω μηδαμινώ, εν χρόνω ελαχίστω, εν χρόνω έστω και ευθέτω, πρεσβείαις του φωτισμένου ημών ΩΡΛ και του κυρίου στο φαρμακείο, αμήν». Δεν είναι απλό πράγμα να κρατάς στο χέρι σου 500 μιλιγραμμάρια από το καλύτερο φάρμακο στον κόσμο. «Νιώθω ασφαλής... Απόψε δεν θα δω ότι τραγουδάω στη θέση σου, Σπυριδούλα... Νιώθω δυνατός... Θα κοιμηθώ... Νιώθω ελαφρύς... Σαν πουλάκι...» Φώτα. Ετοιμος... Πάμε...

​​Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος σκηνοθετεί την παράσταση «Ο Καραφλομπέκατσος και η Σπυριδούλα» της Λένας Κιτσοπούλου, από τις 12 Φεβρουαρίου, στο θέατρο Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο), με τους Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη και Ελένη Στεργίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ