Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Κολύμπι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ηταν μια εύκολη εβδομάδα για τον Ευκλείδη Τσακαλώτο. Εύκολη γιατί είχε να αντιμετωπίσει μόνο τη «συντροφική» εισβολή του «Ρουβίκωνα» στην ομιλία του τη Δευτέρα. Εύκολη γιατί η κουβέρτα της επικαιρότητας σκέπασε τα διαφαινόμενα αδιέξοδά του.

Η μαύρη φαντασμαγορία της Novartis έκρυψε τη θέα στην περιπέτεια του πρώτου, ακριβού βήματος προς την καθαρή έξοδο.

Το όχι χαμηλό 3,5% του επταετούς ομολόγου με το οποίο η Ελλάδα άντλησε τρία δισ. ευρώ την περασμένη Πέμπτη είχε μέσα σε πέντε ημέρες φτάσει το 4,2%.

Η επίσημη απάντηση είναι ότι τίποτε δεν άλλαξε στην εικόνα της ελληνικής οικονομίας μέσα σε μία εβδομάδα. Η διακύμανση είναι αποτέλεσμα της διεθνούς αβεβαιότητας και όχι της εγχώριας κατάστασης. Δεν φταίμε εμείς.

Φταίμε, όσο φταίει κάποιος που πέφτει να κολυμπήσει στη φουρτούνα χωρίς να έχει βγάλει καλά καλά το πόδι του από τον νάρθηκα. Παράγοντες της αγοράς που δεν βρίσκονται στην ανάγκη του Τσακαλώτου –που δεν έχουν πολιτική ανάγκη για κολυμβητικές επιδείξεις– επαναλαμβάνουν το αυτονόητο: στην αβεβαιότητα την πληρώνει πρώτος ο αδύναμος. Και εμείς παραμένουμε οι πιο ευάλωτοι.

Η αλήθεια είναι ότι η πολιτική ανάγκη της κυβέρνησης έχει βρει τη δίδυμή της σκοπιμότητα στους δανειστές, που θα ήθελαν να αποφύγουν να ξαναδούν τη λέξη Griechenland στους τίτλους των εφημερίδων μετά τον Αύγουστο. Ετσι διαμορφώνεται, λένε, μια αμοιβαία ροπή προς την επικίνδυνη πλάνη ότι το εγχείρημα της εξόδου χωρίς προληπτική πιστωτική γραμμή είναι βιώσιμο.

Η πλάνη αυτή δεν κλονίζεται μόνο από τις συγκυριακές αναταράξεις στις αγορές. Πηγή αβεβαιότητας είναι και η Γερμανία, όπου επωάζεται η πιο ανασφαλής κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών – μια κυβέρνηση που προβλέπεται ότι δεν θα έχει ούτε γραμμάριο πολιτικού κεφαλαίου να σπαταλήσει για την Ελλάδα.

Η δεύτερη, και πιο δεινή, πηγή αβεβαιότητας είναι τόσο κοντά μας που δυσκολευόμαστε να τη διακρίνουμε καθαρά. Φεύγοντας τη Δευτέρα από το ΕΒΕΑ, ο Τσακαλώτος ρωτήθηκε για τη Novartis και απάντησε χαμηλόφωνα, από υποχρέωση. Κανείς δεν είναι κατηγορούμενος, είπε. Να αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να το δει.

Ηταν ένας τόνος όχι εντελώς ασύμβατος με το πλάνο μιας κυβέρνησης που ποντάρει στην επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα. Ασύμβατος όμως με την πραγματική φωνή της κυβέρνησης που κινείται από τα αντισυστημικά της ένστικτα.

Θέτοντας πάλι σε λειτουργία την κρεατομηχανή της σκανδαλοθηρίας και της πόλωσης, η κυβέρνηση καταλήγει να κάνει μια καμπάνια κατά του εαυτού της. Από τη μία, σπρώχνει τη χώρα προς τις αγορές. Και από την άλλη, τροφοδοτεί την παλιά τους καχυποψία ότι εδώ είναι η χώρα του ρίσκου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ