ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ν. Μπερνς στην «Κ»: Η Ελλάδα δικαιούται να είναι ασφαλής

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

«Ελληνες και Αμερικανοί μπορούν να συμφωνήσουν ότι η Τουρκία έχει υπάρξει δύσκολος σύμμαχος για την Ελλάδα και τις ΗΠΑ», δηλώνει ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Νίκολας Μπερνς, επισημαίνοντας ότι «ο πρόεδρος Ερντογάν είναι όλο και πιο αυταρχικός και απρόβλεπτος».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Νίκολας Μπερνς χαρακτηρίζει την Τουρκία έναν «δύσκολο σύμμαχο» για την Ελλάδα αλλά και για τις ΗΠΑ. Οπως λέει σε συνέντευξή του στην «Κ», η Ελλάδα δικαιούται να είναι ασφαλής και τονίζει ότι οι ΗΠΑ χρειάζεται να υποστηρίξουν δυναμικά τη χώρα μας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.

«Νομίζω ότι Ελληνες και Αμερικανοί μπορούν να συμφωνήσουν ότι η Τουρκία έχει υπάρξει δύσκολος σύμμαχος για την Ελλάδα και τις ΗΠΑ», δηλώνει. «Ο πρόεδρος Ερντογάν είναι όλο και πιο αυταρχικός και απρόβλεπτος, βελτιώνοντας τη σχέση του με τον Πούτιν, ερχόμενος αντιμέτωπος με τις δυνάμεις των ΗΠΑ στη βόρεια Συρία στην εκστρατεία του κατά του YPG... Και γνωρίζω ότι οι Τούρκοι είναι πολύ επιθετικοί στο Ανατολικό Αιγαίο, με υπερπτήσεις σε ελληνικό έδαφος από τουρκικά αεροσκάφη και την πρόταση κατά την επίσκεψη του Ερντογάν για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, που δεν βοηθάει καθόλου. Καημένη Ελλάδα, ένα από τα θέματα της Ιστορίας του 20ού αιώνα που μου έκανε πάντα εντύπωση είναι ότι της επιτέθηκαν όλοι οι γείτονές της... Η Ελλάδα δικαιούται να έχει ασφάλεια, ιδιαίτερα από έναν εταίρο της στο ΝΑΤΟ! Αυτό που χρειαζόμαστε στην Ανατολική Μεσόγειο είναι σταθερότητα και μια ξεκάθαρη εικόνα των συνόρων, όχι σύγχυση και σίγουρα όχι να ξανανοίγουμε ιστορικά ζητήματα εκατό χρόνων».

Να συνεργαστούν

Ο κ. Μπερνς, ο οποίος έχει διατελέσει επίσης υφυπουργός Εξωτερικών και μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, σημειώνει ότι «ως χώρα του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ χρειάζεται να συνεργαστούν με την Τουρκία και να υποστηρίξουν την Ελλάδα για τη μείωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο. Παραδοσιακά, εδώ και πολλές δεκαετίες έχουμε τον ρόλο ενός ειλικρινούς διαμεσολαβητή μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά μερικές φορές αυτό σημαίνει την προστασία της μιας χώρας από την άλλη. Και νομίζω ότι η Ελλάδα χρειάζεται την ισχυρή στήριξη των ΗΠΑ σε μια περίοδο που η Τουρκία είναι τόσο δύσκολη».

Ερωτώμενος για τις διαφορές στο Αιγαίο με αφορμή και την εκμετάλλευση των ΑΟΖ, τόνισε ότι «οι δύο χώρες πρέπει να συμφωνήσουν σε έναν μηχανισμό επίλυσης των διαφορών τους, που να είναι ειρηνικός και πολιτικός, προφανώς χωρίς χρήση βίας. Για θέματα όπως οι εδαφικές διαφορές υπάρχουν διεθνή δικαστήρια και διεθνής διαιτησία, και ο ρόλος τους είναι πολύ σημαντικός».

Για τη «Μακεδονία»

Οσο για το «μακεδονικό πρόβλημα», τονίζει ότι έχει διαρκέσει υπερβολικά πολύ καιρό κι ελπίζει σε έναν συμβιβασμό: «H θέση μου, η οποία ίσως να μην είναι πολύ δημοφιλής σε αρκετούς από τους αναγνώστες της “Καθημερινής”, είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να ξεπεράσει αυτό το θέμα. Σίγουρα υπάρχει ένας τρόπος να αναγνωρίσει με κάποιο σεβασμό και τιμή την κυβέρνηση των Σκοπίων και να μην επιμένει να ονομάζεται “Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Σίγουρα υπάρχει ένας συμβιβασμός στον οποίο θα μπορούσαν να φτάσουν οι δύο χώρες, που θα επιτρέπει στα Σκόπια –τη “Μακεδονία” όπως την ονομάζουμε στις ΗΠΑ, μια χώρα που είναι διαφορετική από την περιοχή στη Βόρεια Ελλάδα– να είναι πιο σταθερά και πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ενωση και να έχουν μια καλύτερη σχέση με το ΝΑΤΟ. Σίγουρα είναι προς το συμφέρον της Ελλάδος αυτή η χώρα να γίνει ισχυρότερη και σταθερότερη. Αυτή η κρίση για πολύ μεγάλο διάστημα αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής αντί μιας μεγάλης στρατηγικής που θα έπρεπε να έχει η Ελλάδα για τα Βαλκάνια. Θα έπρεπε να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τη “Μακεδονία”, και δεν λέω ότι μόνο η Ελλάδα πρέπει να κάνει συμβιβασμούς, χρειάζονται δύο, αλλά δεν το βλέπω να γίνεται στην Αθήνα. Θα έπρεπε να έχει τη φιλοδοξία να έχει καλύτερες σχέσεις με την κυβέρνηση των Σκοπίων, σίγουρα ισχυρές σχέσεις με τη Σερβία, μπορεί να είναι παράγων που θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση του Κοσσυφοπεδίου, της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, και με καλύτερες σχέσεις με την Κροατία και τη Σλοβενία. Η Ελλάδα είναι χώρα μεσογειακή αλλά και βαλκανική, και υπό αρκετές έννοιες είναι η ισχυρότερη και πιο ασφαλής χώρα των Βαλκανίων, αλλά χρειάζεται να έχει μια μεγαλύτερη στρατηγική για να την εφαρμόσει».

Αυτοπεποίθηση

Τι θα έλεγε όμως για να πείσει τους Ελληνες που δεν θέλουν να παραχωρήσουν ένα κομμάτι της ιστορικής τους ταυτότητας σε μια άλλη χώρα; «Η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στον ιστορικό της ρόλο. Δεν είμαι Ελληνας αλλά είμαι φιλέλλην, και δεν υπάρχει σύγχυση διεθνώς ότι ο Φίλιππος ο Μακεδών και ο Αλέξανδρος είναι μέρος της ελληνικής κληρονομιάς, ότι η Ελλάδα είναι η κληρονόμος του ελληνικού πολιτισμού. Κανείς στον κόσμο δεν πιστεύει ούτε μπερδεύει την Ελλάδα με τη χώρα της “Μακεδονίας”. Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ο θεματοφύλακας της ελληνικής γλώσσας, του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής ιστορίας, οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα εδώ, στην “Αθήνα της Βόρειας Αμερικής”, όπως ονομάζεται η Βοστώνη, γνωρίζουν ότι αυτή η Ιστορία ανήκει στην Ελλάδα. Δεν θεωρώ ότι οι Ελληνες θα έπρεπε να αισθάνονται ότι ανταγωνίζονται γι’ αυτό, και η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει μια μεγαλύτερη εικόνα για τον εαυτό της, με αυτοπεποίθηση. Δεν απειλείται από την κυβέρνηση ή τον λαό της “Μακεδονίας”... Αντίθετα, τα συμφέροντά της διαφυλάσσονται καλύτερα αν υπάρχει σταθερότητα στα βόρεια σύνορά της. Το λέω αυτό έχοντας συναίσθηση ότι ζω σε μια χώρα ο πρόεδρος της οποίας προσπαθεί να χτίσει ένα τείχος, και η εμπειρία μου από τη διεθνή πολιτική είναι ότι τα τείχη χρειάζεται να γκρεμιστούν και τα σύνορα πρέπει να είναι όσο πιο φιλικά και ανοικτά μπορούμε να τα κάνουμε. Ως Αμερικανοί πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα και στη χώρα μας, πώς βλέπουμε το Μεξικό, και πιστεύω ότι οι Ελληνες σε μια διαφορετική κατάσταση πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη και να είναι μεγαλόκαρδοι έναντι της “Μακεδονίας”».

Ερωτώμενος αν θεωρεί ότι η γειτονική χώρα πρέπει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή της ονομασία αν δεν υπάρξει συμφωνία για το όνομα, θέτει το ζήτημα διαφορετικά: «Θα πρέπει να μπουν όταν επιτύχουν τις προϋποθέσεις, και αυτό είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα. Αλλά δεν πιστεύω ότι θα ήταν σωστό η Ελλάδα να αποτρέψει την ενσωμάτωση της χώρας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ λόγω της διαφωνίας για το όνομα, μου φαίνεται πολύ περιορισμένος αυτός ο τρόπος σκέψης».

Τέλος, για το Κυπριακό θεωρεί ότι οι τελευταίες διαπραγματεύσεις «ήταν μια μεγάλη ευκαιρία, ίσως η καλύτερη από τη δεκαετία του ’60, και ίσως με τα αποτελέσματα των εκλογών στην Κύπρο θα μπορούσε να συνεχισθεί η πρόοδος. Υπάρχει ενδιαφέρον στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ να βοηθήσουν τις δύο κοινότητες να φτάσουν σε συμφωνία, σίγουρα λοιπόν δεν θα τα παρατούσα τώρα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ