ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Μύθοι και αλήθειες για την παγκόσμια «βιομηχανία» του φαρμάκου

ΙΩΑΝΝΗΣ Π.Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα παγκόσμια ετήσια έσοδα των φαρμακευτικών βιομηχανιών ανέρχονται σε 1,1 τρισ. δολάρια και έχουν τριπλασιαστεί τα τελευταία 15 χρόνια. Η αγορά είναι κατακερματισμένη σε πολλές εταιρείες. Π.χ. η Novartis βρίσκεται συνήθως στις πρώτες θέσεις, με ένα 5% της παγκόσμιας αγοράς. Ο ελβετικός κολοσσός έχει από μόνος του περίπου τόσα έσοδα από πωλήσεις όσα μαζεύει το ελληνικό Δημόσιο από όλους τους φόρους του. Με απλά λόγια: κάθε μία από τις μεγάλες εταιρείες έχει οικονομική επιφάνεια αντίστοιχη ενός ελληνικού κράτους. Με μια διαφορά: οι εταιρείες, σε αντίθεση με το ταλαίπωρο κράτος, διεκδικούν (και με το παραπάνω) τα συμφέροντά τους.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν είναι φιλανθρωπικοί οργανισμοί ή φιλόπτωχα ταμεία. Επιχειρούν σε περιβάλλον σκληρού ανταγωνισμού. Επιπλέον λίγα μόνο καινούργια φάρμακά τους εγκρίνονται. Αν συνυπολογίσουμε τις αποτυχημένες προσπάθειες που εγκαταλείπονται, για να είναι κερδοφόρο πλέον ένα νέο προϊόν πρέπει να έχει τζίρο πάνω από 2,6 δισ. δολάρια. Κατά συνέπεια, οι εταιρείες ενδιαφέρονται κυρίως να αναπτύξουν προϊόντα που θα μπορούν να τα πουλήσουν είτε σε εξαιρετικά υψηλές τιμές, είτε σε πολλούς ασθενείς, είτε και τα δύο.

Οι φαρμακοβιομήχανοι έχουν διαπιστώσει ότι επενδύοντας σε έρευνα μονάχα δεν αρκεί. Συχνά περιμένουν από μικρές startups να κάνουν τα πρώτα βήματα και μετά να αγοράσουν τις ανακαλύψεις τους και να τις μετασχηματίσουν σε κάτι επικερδές. Το κέρδος δυστυχώς δεν χρειάζεται τόσο επιστήμη, όσο διαφήμιση και ελιγμούς. Από τις δέκα μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες, οι εννιά ξοδεύουν μεγαλύτερα ποσά για προώθηση πωλήσεων και μάρκετινγκ παρά για έρευνα και ανάπτυξη. Παράλληλα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να αποδείξουν ότι τα νέα προϊόντα τους είναι πιο αποτελεσματικά, λιγότερο τοξικά και περισσότερο απαραίτητα σε περισσότερους ασθενείς απ’ ό,τι είναι πραγματικά. Ομάδες προστασίας καταναλωτών προτείνουν να περιμένουμε καλύτερα επτά χρόνια από τη διάθεση ενός νέου φαρμάκου πριν το χρησιμοποιήσουμε – ώστε να κατακάτσει ο κουρνιαχτός της υπερβολής. Οι βιομηχανίες πασχίζουν συστηματικά να διεκδικήσουν υψηλότερες τιμές πώλησης και περισσότερες συνολικές πωλήσεις.

Η διαδικασία αυτή είναι εξαιρετικά επιτήδεια και συμπεριλαμβάνει την επιρροή κύκλων, ατόμων και οργανισμών που ρυθμίζουν αυτό το παιχνίδι. Τα όρια όπου η επιρροή γίνεται απάτη είναι συχνά δυσδιάκριτα. Το ξεπέρασμα των ορίων είναι ευκολότερο να αποτραπεί ή να εντοπιστεί, όταν υπάρχει διαφάνεια. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ υπάρχει βάση δεδομένων σε δημόσια θέα (https://openpaymentsdata.cms.gov/) όπου είναι υποχρεωτικό να καταχωρίζονται όλες οι παροχές οποιασδήποτε φύσης σε γιατρούς από κάθε εταιρεία που φτιάχνει φάρμακα ή ιατρικές συσκευές. Το παιχνίδι της επιρροής είναι σκληρό. Υπάρχουν πολλές καταδίκες φαρμακευτικών εταιρειών σε διάφορες χώρες για παρανομίες: επιτήδειο μάρκετινγκ επικίνδυνων φαρμάκων, απάτη, απόκρυψη στοιχείων, χειραγώγηση τιμών. Χώρες με ασθενές θεσμικό πλαίσιο και χάος στη συμπεριφορά των παικτών που επηρεάζουν την αγορά γίνονται εύκολα θύματα.

Η μικρή Ελλάδα αποτελεί σε αυτό το θέμα την κάτοχο ανεπιθύμητων ρεκόρ. Τη δεκαετία 2000-2009, η ετήσια αύξηση στη φαρμακευτική δαπάνη (11,1% τον χρόνο) ήταν η μεγαλύτερη ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Μέχρι το 2009 η φαρμακευτική δαπάνη έφτασε το 2,4% του ΑΕΠ, πρωτιά ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Το ποσοστό δημόσιας δαπάνης (1,8% του ΑΕΠ) ήταν άλλη μια πρωτιά. Στα χρόνια της κρίσης που ακολούθησαν, αν και το ποσό μειώθηκε σε απόλυτους αριθμούς, η μείωση ήταν περίπου αντίστοιχη της μείωσης του ΑΕΠ γενικότερα. Η φαρμακευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει ευρωπαϊκό ρεκόρ. Αποτελεί το 25,9% των δαπανών υγείας, από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως.

Το μεγαλύτερο ποσοστό της φαρμακευτικής δαπάνης αφορά προϊόντα που είναι είτε τελείως άχρηστα (δεν έχουν ικανοποιητικό λόγο αποτελεσματικότητας-βλάβης) είτε προσφέρουν μέτριες υπηρεσίες σε λίγους ασθενείς, αλλά τιμολογούνται σε εξωφρενικές τιμές. Φυσικά όμως υπάρχουν και πολλά εξαιρετικά φτηνά φάρμακα και εμβόλια που πραγματικά σώζουν ζωές. Π.χ., οι συνηθισμένοι παιδικοί εμβολιασμοί (όπως το MMR) κοστίζουν δεκάρες. Χωρίς αυτούς ο κόσμος θα επιστρέψει στον Μεσαίωνα, με σοβαρά επιδημικά νοσήματα και τεράστιο φορτίο νοσηρότητας και θανάτων.

Αν κάποιος μείωνε τη φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα στο ένα τέταρτο επιλέγοντας με αυστηρά κριτικό βλέμμα τα πλέον αποτελεσματικά προϊόντα, θα διατηρούσε το 90% των ωφελημάτων που χαρίζει η αξιοζήλευτη πρόοδος της επιστήμης. Μάλιστα θα αύξανε το συνολικό καθαρό όφελος, λόγω ταυτόχρονης μείωσης παρενεργειών. Δυστυχώς οι συνθήκες δεν είναι ευοίωνες, ούτε στην Ελλάδα ούτε στις περισσότερες χώρες, για να επικρατήσει η απλή λογική. Η τεράστια πίεση για ακριβά φάρμακα και βιολογικά προϊόντα οδηγεί σε μια παράλογη κατάσταση όπου το 75% των χρημάτων διασπαθίζεται.

Ακόμα και ασθενείς ή άνθρωποι που δεν έχουν οι ίδιοι «αγοραστεί» από τη βιομηχανία, μέσα στην απατηλή ατμόσφαιρα που δημιουργείται, συχνά φωνάζουν για τον λάθος λόγο. Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι υπάρχουν ελλείψεις σε ένα δοκιμαζόμενο σύστημα υγείας. Ομως συχνά ακούγονται διαμαρτυρίες γιατί κάποιοι ασθενείς στερούνται πανάκριβα φάρμακα που έχουν ελάχιστα να προσφέρουν. Αντιθέτως, πολλοί αρνούνται να εμβολιάσουν τα παιδιά τους με κλασικά, ασφαλή, πάμφθηνα, αποτελεσματικά εμβόλια.

Περιέργως, έρευνες δείχνουν ότι αρκετοί αρνητές εμβολίων που κάνουν αυτό το τραγικό λάθος είναι εξαιρετικά μορφωμένοι. Σε πλαίσιο ενημέρωσης που σαρώνεται από συγκρουόμενα συμφέροντα, ο πιο μορφωμένος είναι πιο πιθανό να εκτεθεί σε διαστρεβλωμένη πληροφόρηση. Π.χ., η αντίδραση εναντίον των εμβολίων MMR με τη δικαιολογία ότι δήθεν προκαλούν αυτισμό προήλθε από μελέτη-απάτη απατεώνα που ήθελε να προωθήσει τα δικά του, ακριβότερα, εμβόλια. Αν και η μελέτη αποσύρθηκε ως απάτη, η παραπληροφόρηση διαδόθηκε.

Μορφωμένοι ασθενείς είναι αντίστοιχα πιθανόν να εκτεθούν στην προπαγάνδα της βιομηχανίας για πανάκριβα φάρμακά της. Η προπαγάνδα αυτή εμπλέκει ιατρούς, πανεπιστημιακούς, επιστημονικές εταιρείες, ιδρύματα, πολιτικούς, καθώς και κάθε φορέα που μπορεί να επηρεάσει τη χρήση χρυσοφόρων σκευασμάτων ή άλλης ιατρικής τεχνολογίας. Η εμπλοκή γίνεται αναλόγως του πώς λειτουργεί (ή δεν λειτουργεί) κάθε κράτος.

Ο Δανός καθηγητής Πέτερ Γκέτσε δημοσίευσε πριν από πέντε χρόνια ένα βιβλίο με τίτλο «Deadly Medicines and Organized Crime», όπου ταξινομεί τις φαρμακoβιομηχανίες ως μορφή οργανωμένου εγκλήματος. Τα επιχειρήματά του είναι ισχυρά, αλλά υπερβολικά. Είναι λάθος να εξομοιώνεται η φαρμακοβιομηχανία π.χ. με την καπνοβιομηχανία. Η καπνοβιομηχανία όντως αποτελεί περίπτωση οργανωμένου εγκλήματος: συστηματικά παραποιεί την αλήθεια, ενώ τα προϊόντα της σκοτώνουν εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως. Αντιθέτως, με σωστή χρήση, τα προϊόντα της φαρμακοβιομηχανίας σώζουν πολύ περισσότερες ζωές από όσες καταστρέφουν.

Εκεί που μοιάζουν όμως η φαρμακοβιομηχανία και η καπνοβιομηχανία είναι στο ότι στελεχώνονται με ευφυέστατους επιτελείς που νυχθημερόν προωθούν τα συμφέροντά τους. Το ερώτημα είναι τι συναντούν απέναντί τους σε κάθε χώρα οι πανέξυπνοι επιτήδειοι. Σοβαρές, τεκμηριωμένες αντιστάσεις ή μαριονέτες που ανυπομονούν να δειπνήσουν και να φωτογραφηθούν μαζί τους; Θωράκιση της δημόσιας υγείας και υγιές πλαίσιο ανταγωνισμού ή συνθήκες πλιάτσικου;

Δεν ξέρω αν θα αποδειχθεί ποτέ ότι συγκεκριμένοι πολιτικοί δωροδοκήθηκαν. Αν όντως συνέβη, είναι άλλη μια πολιτική αθλιότητα. Αν δεν υπήρχε δωροδοκία, τα δεδομένα σπατάλης δείχνουν το πραγματικά μεγαλύτερο σκάνδαλο. Πιστοποιούν τον βαθμό στον οποίο την πολιτική ηγεσία της υγείας στη χώρα αποτέλεσαν (και συνεχίζουν να αποτελούν) θλιβερά ανίκανα άτομα. Δεν ξέρω αν αποτελεί παρηγοριά η εκδοχή της έντιμης ανικανότητας. Τα φάρμακα έχουν ημερομηνία λήξης. Οι ανεπαρκείς πολιτικοί;

* Ο κ. Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης κατέχει την έδρα C.F. Rehnborg Πρόληψης Νοσημάτων στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ όπου είναι καθηγητής Παθολογίας, Ερευνας και Πολιτικής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ